Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟΝ ΛΟΓΟΤΕΧΝΗ ΠΕΤΡΟ ΤΣΕΡΚΕΖΗ











                                      









                                                                 
                                

-
ΘΕΛΩ ΝΕ ΜΕ ΑΚΟΥΣΟΥΝ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ

 Ακούστε με, -είπε-
Εκλιπαρώ την υπομονή σας:να με ακούσετε μόνο.
Εκείνοι που σε ακούν ξέρουν τι σημαίνει δίκιο.
Δεν επιθυμώ μάρτυρες
Τι μαρτυρία θέλω να εξοστρακίσω.
Οι οφθαλμοί υπάρχουν για να θωρούν,
Η γλώσσα για ν' αρθρώνει την αλήθεια,
Τα δόντια για να κομματιάζουν το ψέμα,
Ενώ η καρδιά για να τα ζυγίζει όλα αλάνθαστα.
Ακούστε με μόνο,
Όπως ακούμε το άνεμο που λυσσομανά,
Έχω εξομολογηθεί στο θεό
Δε ζητώ εκδίκηση, δε ζητώ αίμα, τίποτα δε ζητώ
Θέλω απλώς να με ακούσουν οι άνθρωποι
Και ας υποστώ βροχή λιθοβολημάτων μετά.
Ακούστε με , μόνο. 

Από τη συλλογή: «ΣΤΑΥΡΩΜΕΝΟ ΑΗΔΟΝΙ»
                                         

ΑΠΟΔΡΑΣΕΙΣ
Έρχομαι από χίλιες αποδράσεις με χίλια φτερά ελευθερίας στους ώμους μου
Με το βαρύ σακούλι μιας αιώνιας διαθήκης στην πλάτη της καρδιάς
Τυλιγμένος με το πέπλο της μοναξιάς
Της σκόνης και της απόγνωσης.
Ο καθρέφτης του λαμπερού κόσμου
Βιτρίνα αστραφτερή, γλυκιά ζαλάδα
Με προσκαλούσε με χίλιες αντανακλάσεις
Σαν πολύχρωμα γαμπριάτικα πουκάμισα μιας αναλλοίωτης νιότης
Μνηστή που θα ομορφύνει τη φτώχεια μου
Και θα με ταξιδέψει στους παραδείσους του ονειρεμένου.
Σβαρνίζω τα πόδια με τη σκιά του βουνού της σκλαβιάς
Να βαραίνει ακόμα στους ώμους μου
Είκοσι χρόνια περπατώ, είκοσι χρόνια λείπω
Βούλιαξα στα πηγάδια
Νερό να βρω, νερό να πιω, τη δίψα μου να σβήσω
Και τη δίψα μιας ολόκληρης γενιάς
Ωστόσο τα πηγάδια ήταν μολυσμένα
Παγιδευμένα από στοιχειό, πλημμυρισμένα αίμα.
Βούλιαξα στα πηγάδια, βούλιαξα στις ψυχές
Για μια δροσοσταλιά νερό, για ένα κλαδάκι καλοσύνη
Ξανά στοιχειό, ξανά παγίδα
Ψυχές από χάος κι από πέτρα.
Το ψέμα και η πίκρα με σκότωσαν χίλιες φορές
Και η ελευθερία δεν είχε τη μαγική δύναμη
Να με λυτρώσει και να με αναστήσει.
Πίσω αλυχτούσαν σκύλοι
Πίσω μου γάβγιζαν δίποδα,
Αυτό το σηκωμένο δάχτυλο συνεχίζει να πυροβολάει ακόμα
Πάνω στο σκελετωμένο μου κουφάρι
Και το εργόχειρο της υπομονής ξέφτισε εντελώς,
Έγινε το κουρέλι της μοίρας μου,
Αυτό που προσδοκούσε να γίνει φλάμπουρο
Και αυλαία μεγάλων ονείρων.
Καμιά Ιθάκη δε με περιμένει, καμιά Πηνελόπη.
Μόνο μια τσακισμένη ελπίδα περιφέρεται μισοζώντανη
Στο πέλαγος της αδέσποτης λύπης.
Τα πουλιά μου ζωγράφιζαν στον ορίζοντα
Τα παράθυρα των ονείρων,
Ήταν ωστόσο αυταπάτες.
Γιατί όλα ήταν αδιέξοδα αμπαρωμένα από το σκοτάδι.
Έρχομαι από χίλιες αποδράσεις για να σπάσω τις αλυσίδες της μοίρας
Αυτός ο κουρελιασμένος χάρτης
Είναι ο κόσμος που ονειρεύτηκα
Διάτρητος από σφαίρες και ήττες φαρμακερές
Βρομοκοπάει η σάπια σάρκα της παραδεισένιας αυταπάτης
Α, τι ωραίος κόσμος που δοξάζει την απογύμνωσή του
Και τον καθημερινό του θάνατο.
Έρχομαι από χίλιες αποδράσεις
Με όλα τα φτερά σπασμένα πάνω στους ώμους μου.

                                                
                                               

ΩΔΗ ΣΤΗΝ ΑΡΧΟΝΤΙΑ

Απόσπασμα
5. Ο τελευταίος καβαλάρης ήταν ο κόκκινος
Μπρούντζινος , χάλκινος, έλεγαν μισούσε τις αυτοκρατορίες
Ύπουλος, καβαλάαρης σε ύπουλο άλογο

 Ήρθε κι έκατσε σταυροπόδι με στην καρδιά της πόλης
Αμπάρωσε τις πύλες σου, Κορυτσά μου Και τις πύλες της χώρας
Έβγαλε νόμους κ' έβγαλε φιρμάνια

Και άρχισε να τρώει σιγά-σιγά τα χωράφια μας
Τ' αμπέλια, τα καλοκαίρια, τους χορούς και τη λεβεντιά μας
Τα ζωντανά και τις αγάπες μας

Ο τελευταίος καβαλάρης δεν διέφερε σε τίποτα
Από τους Βίκινγκς τους Ούννους και τους Τεύτονες,
Ήταν ο αρχηγός και ήταν ο ληστής
Ήταν ο θεατρίνος και ήταν ο Θυέστης

Μαχαίρωσε όλους τους θεούς και κατάκτησε το θρόνο τους,
Έγινε η θρησκεία κι έγινε ο σατανάς.
Είχε περπατήσει νεαρός σ' αυτούς τους δρόμους,
Είχε ερωτευτεί σ' αυτούς τους ανθόκηπους
κι έρχονταν τώρα με φωτιά και σίδερο

Να φυλακίσει αυτή την πόλη.
Αυτή η πόλη η σοφή δε φόρεσε μανδύα λύπης
Δε λύγισε και δεν ορφάνεψε άναψε λίκνο τον Αυγερινό
Και τράβηξε το δρόμο της και ανηφόρισε το Γολγοθά της.
Ο πέμπτος καβαλάρης

Τύλιξε το χρόνο μέσα στο τσιγάρο του
Και στρώθηκε σταυροπόδι να φουμάρει ανέμελος
Και χαιρόταν να βλέπει τον χρόνο να γίνεται καπνός
Και τον τόπο να γίνεται στάχτη

Ο πέμπτος καβαλάρης ο παρανοϊκός Ο δολοφόνος του χρόνου
Έστησε την προτομή του σαν ένας άθεος θεός
Στην καρδιά της πόλης Και κοιμήθηκε με τη μεγάλη ιδέα ενός Τζένκις Χαν
Ή ενός Ρωμαίου αυτοκράτορα

Εκείνος που προσποιούνταν και διατυμπάνιζε
Πως μισούσε τους αυτοκράτορες και αυτοκρατορίες
Έστησε την προτομή του στην καρδιά της πόλης

Ποτέ ωστόσο αυτή η πόλη
δεν άνοιξε την καρδιά της να τον καλοδεχτεί με στοργή μητέρας:
"καλωσόρισες, παιδί μου, κάτσε σαν στο σπίτι σου"

Ο τελευταίος καβαλάρης ήταν ένας μοχθηρός και αιμοβόρος θεός
Ήταν ο κόκκινος.

Από τη συλλογή: «REQUIEM ΓΙΑ ΧΑΜΕΝΕΣ ΠΟΛΙΤΕΙΕΣ»

                                             

                                          


ΓΕΝΕΘΛΙΑ
Γενέθλια λουλουδιών τα γενέθλιά σου
Ο ουρανός τα μάτια μου ζωγράφισε γαλάζια.
Γενέθλια πουλιών τα γενέθλιά σου
Ω χάρισέ μου ουρανέ το γαλάζιο κελάηδημά σου.
Κόκκινο το κρασί, ρουμπίνι το φεγγάρι
Ω χάρισε μου ουρανέ όλη τη λάμψη σου
Στην αγάπη μου να πλέξω ένα χρυσό στεφάνι.
Ω χάρισέ μου ουρανέ, όλα τ’ αστέρια
Όλα τα χρόνια κεριά αναμμένα.
Από τον κύκλο: «Μικρές στιγμές της αιωνιότητας»

                                 
                    

                                          ************************************

ΟΤΑΝ Η ΑΓΑΠΗ ΠΕΘΑΙΝΕΙ
Όταν πεθαίνει η αγάπη, αχ, όταν η αγάπη πεθαίνει
Πεθαίνει ο ήλιος, ο ουρανός με τ’ άστρα
Σε παγωμένο σαρκοφάγο ξαπλώνει η οικουμένη.
Αναμμένα καντήλια, καρδιές που καίγονται
Στο Πάνθεον της μνήμης στο ναό της αγάπης
Σβησμένε μου ήλιε στάξε το αμάραντο δάκρυ.
Πέθανε ο δρόμος, πέθανε το άστρι, πέθανε το δάκρυ
Ράγισε το μάρμαρο, κάηκε το τριφύλλι
Ο ανθός μαράγκιασε στην καρδιά του Απρίλη.
Όταν χάνεται η αγάπη, όταν η αγάπη πεθαίνει
Όλα τα πετούμενα ντύνονται στα μαύρα
Μαύρα κλειστά παράθυρα έχει η οικουμένη.
Όταν η αγάπη πεθαίνει.
Από τη συλλογή: «ΟΙ ΠΡΟΣΕΥΧΕΣ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ»



 

ΦΙΛΟΞΕΝΗΣΑ ΤΗΝ ΞΕΝΙΤΙΑ

Μες το ανώφλι του σπιτιού μου πάντα αιωρούνταν
Μια αμυδρή προσδοκία ξενιτιάς.
Φιλοξένησα την ξενιτιά
Το καλύβι μου φιλοξενούσε την αμφίβολη χαρά του βίου του
Σαν άστρο της αυγής,
Σαν κάψα καλοκαιρινού μεσημεριού
Σαν καμπάνα καημού στον εσπερινό της ελπίδας.
Είχαν ένα βαθύ μεράκι τα παράθυρα του σπιτιού μας
Σαν μια βαθιά ρυτίδα που διάβρωνε το βουνό του χρόνου,
Σαν ένα γαμπριάτικο τριαντάφυλλο στη τσέπη της απόγνωσης
Σαν ένα δάκρυ μολύβι στα μάτια της μάνας
Που τρυπούσε και τρυπούσε τον ουρανό
Και βάθαινε όλο βάθαινε τη χαράδρα του χωρισμού,
Σαν ένα νυφικό με κρίνα ονείρων
Ξεχασμένο στο σεντούκι του μαρασμού.
Φιλοξένησα την ξενιτιά για τις χαμένες μου αγάπες
Φίδια ανέμων που σφύριζαν στη στέγη φαρμακερών εποχών
Όλος ο χρόνος πέλαγος πικρό,
Όλος ο κόσμος ερημιά και θάνατος. Φιλοξένησα το θεριό της ξενιτιάς
Με φιλντισένια δόντια να χρυσίζουν σαν άστρι αυγερινός
Να πυρπολούν κεραυνοβολημένα νυφοστόλια
Και να νανουρίζουν την ύπαρξη στην αγκαλιά του χάρου.
Φιλοξένησα την ξενιτιά του αίματος
Για το γινάτι μιας κόλασης που με κυνηγούσε
Κλίνη αδειανή, σβησμένος φούρνος, νεκρό αλώνι, κάμπος ερημιά
Που των ιππεύουν αλόγατα ανέμων
Και στάχυ δεν ωρίμασε γλυκό αγέρι αγάπης,
Φιλοξένησα το παράπονο του σπιτιού μου.
Φιλοξένησα μια κεντημένη καρδιά στο ανέλπιδο εργόχειρο
Της βελουδένιας προσμονής που την ξεσκίζουν τα γαμψά πλοκάμια
Του ανόητου χρόνου και ξανά επιμένει
Κρατώντας πάντα ένα λυπημένο τριαντάφυλλο
Στα καψαλισμένα χείλη.
Φιλοξένησα την ξενιτιά παγωμένη φωτιά
Στην εστία του σπιτιού μου
Για να κόψω τις ρίζες του πόνου,
Για να σπείρω τα άγονα χωράφια της φτώχιας
Και ο πόνος έγινε βουνό,
Αβυσσαλέο πέλαγος σπαρμένο μαύρα στάχυα.
Φιλοξένησα την ξενιτιά, το χρυσό δάκρυ της αυγής,
Το μαύρο πέπλο της εσπέρας.
Επιθυμούσες τόσο πολύ να φέρεις το κόσμο στο κατώφλι σου
Κι εκείνος απομακρύνονταν στην άπειρη στεριά των άστρων
Μετοίκησα στον οίκο μου
Τον αφιλόξενο σπόρο της ερήμου στην άχαρη γης του μισεμού,
Φιλοξένησα τον δαιμονισμένο άγγελο της ορφανής μου μοίρας.
Από τη συλλογή: «ΣΤΑΥΡΩΜΕΝΟ ΑΗΔΟΝΙ»










ΟI ΔΡΟΠΟΛΙΤΙΣΣΕΣ
Μέσα απ' τα μάτια της δροσιάς χαμογελούν στον ήλιο,
Ρίχνουν το βήμα για χορό και βγαίνουνε στη στράτα,

Πάνε να πάρουνε νερό με τα αργυρά τα μπρίκια,
Χρυσή αρμάθα με φλουριά, των γιασεμιών κορίτσια.

Μέσα στη νύχτα τη βουβή, μέσα στη μαύρη νύχτα
Καίνε λαμπάδα την καρδιά κάνουν κεριά τα αστέρια

Και ψάχνουνε να βρουν ναό, ναό να προσκυνήσουν,
Αστέρια δροπολίτικα, των γιασεμιών κορίτσια.

Βγαίνει ο ήλιος τους κεντάει το μέτωπο, τα στήθη,
Αρμάθα-αρμάθα τα χρυσά για το χορό της νύφης,

Ν' αστράψει το Πανάγιο φως, το κακό να ξορκίσουν,
Δροσοσταλίδες της αυγής, των γιασεμιών κορίτσια.

Με τα χρυσά κεράκια τους, τις φλογερές λαμπάδες,
Πηγαίνουν για την εκκλησιά και εκκλησιά δεν έχουν,

Κάνουν το βράχο για ναό, το βράχο προσκυνούνε
Και μοιάζουν όλες Παναγιές, των γιασεμιών κορίτσια.


Έχουν στα άκρα τους δεσμά και στο χορό πετούνε,
Τινάζουν τα μαντίλια τους και κατακεραυνλωνουν



Αστράφτουν τα στολίδια τους και τα θεριά θαμπώνουν,
Κορίτσια δροπολίτικα, των γιασεμιών κορίτσια.

Από τη συλλογή: «Ο ΚΗΠΟΣ ΤΩΝ ΟΝΕΙΡΩΝ»

                                      

                                                 
                                     


                                           

                                       

ΑΠΟΥΣΑ
Διάβασα τον κατάλογο, αλλά εκείνη απουσίαζε
Έλειπε το χέρι που έγραψε μια παράξενη εξίσωση
που εξισώνονταν μ' ένα κόκκινο "Σ 'αγαπώ ! "
Σε μία ευτυχής ώρα των μαθηματικών.
Άγνωστα ονόματα, μάτια αινιγματικά,
Μόνο εκείνη η εξίσωση κυριαρχούσε παντού
Στον κατάλογο, στο μαύρο πίνακα, στους λευκούς τοίχους,
Στα μάτια, στα χέρια, στο μαγικό παράθυρο της θύμησης.
Ενώ τα σπουργίτια, κάτω από τη στέγη, στο παράθυρο,
Συνέχιζαν αδιάφορα τα τιτιβίσματα όπως τότε
Σαν σε μια ευτυχισμένη επωδός
Στο ξέφρενο δάσος της εφηβείας.
Πέρα απ΄το παράθυρο της τάξης ένα κορίτσι χτενίζεται
Με τα κρινένια δάχτυλα πάνω στον ηλιακό καθρέφτη
(Μη σε παρακαλώ !)
Τι έγιναν, άρα, εκείνα τα σγουρά μαλλιά
Σαν ένα καταπράσινο λιβάδι που λαλούσαν πάνω τους
αηδόνια και πουλιά
Και τα χτένιζε με το μαλαματένιο του χτένι το φεγγάρι;
Διάβασα τον κατάλογο. Δεκάδες περίεργα μάτια

Έλειπαν ωστόσο εκείνα τα μάτια,
Που μου άνοιξαν την πιο φωτεινή πύλη
Στην ανθισμένη καρδιά του Απριλομάη.
Έλειπε εκείνο το χέρι που έγραψε
Τη μαγική εξίσωση στην ώρα των μαθηματικών
Σαν μια ανεπανάληπτη ουβερτούρα.
Έλειπαν εκείνα τα δάχτυλα στο ορμητικό πληκτρολόγιο
Πάνω στο θρανίο πιάνο του γυμνασίου.
Διάβασα ... έλειπε,
Ωστόσο η καρδιά μου δεν τη θεώρησε ποτέ απούσα.


1985 - 2014
Από τη συλλογή: «ΣΤΑΥΡΩΜΕΝΟ ΑΗΔΟΝΙ»
                                              



                                       


Συνέντευξη: Πέτρου  Τσερκέζη

στη  Ρούλα Χατζή  Τριανταφύλλου


Ρούλα  Χ.Τριανταφύλλου:
Πότε αρχίσατε να γράφετε και από ποιόν Έλληνα Ποιητή/τρια έχετε επηρεαστεί. 
 Πέτρος Τσερκέζης:
Το πρώτο μονοπάτι που με άρπαξε από το χέρι και μ’ έβγαλε στα ιριδωτό και πολύχρωμο λιβάδι της ποίησης το βρήκα πολύ νωρίς, άφτερο πουλάκι ακόμα. Αυτό το μονοπάτι είναι το πολυφωνικό, δημοτικό τραγούδι. Κατά παράξενο τρόπο το χωριό μου, η Πολύτσανη Πωγωνίου, της Ηπείρου στις πιο αντίξοες συνθήκες της φτώχιας, της καταδίωξης και της κακομοιριάς ήταν μια ανοιχτή σκηνή που βούιζε ολόχρονα το πολυφωνικό ηπειρώτικο τραγούδι. Ριζωμένο στους πρόποδες του μεγάλου βουνού Νεμέρτσικα έμοιαζε σαν μια φωλιά αηδονιών. Όλοι τραγουδούσαν. Κάθε σπίτι είχε το τραγούδι του και το αηδόνι ή τα αηδόνια του. 7-8 χρονών όταν δεν γνώριζα ακόμα τι σημαίνει ποίηση και λογοτεχνία, γνώριζα πολλά πολυφωνικά τραγούδια, σχεδόν όλα όσα τραγουδούσαν οι μεγάλοι. Όταν γύριζα αργά το βράδυ από τη βοσκή με το «κοπάδι μου» αποτελούμενο από εννιά αρνιά και τρία κατσίκια το ‘ριχνα στο τραγούδι, κάτω από ένα τεράστιο φεγγάρι σαν γανωμένο σινί. Η λαλιά μου αντηχούσε στους λάκκους και στις χαράδρες και γύριζε ξανά κοντά μου, έτσι τραγουδούσα πάντα ντουέτο η τρίο όταν φυσούσε ο αγέρας. Με το τραγούδι ακόνιζα τη φωνή μου και τρόμαζα το φόβο γιατί είχα πάντα παρέα. Και όχι μόνο, αλλά είχα αρχίσει να ξαναφτιάχνω τα τραγούδια με διαφορετικές λέξεις και περιεχόμενο, γιατί δεν μου ταίριαζαν έτσι όπως ήταν, «δεν τα είχαν γράψει καλά εκείνοι που τα είχαν γράψει». Πολλές φορές θυμάμαι στίχους από εκείνο τον καιρό και ξεκαρδίζομαι με την τρελή τόλμη που έχουν τα παιδικά χρόνια. Ένα παράδειγμα από ένα ωραιότατο τραγούδι: «Κίνησα να ‘ρθω ένα βράδυ/ κι έπιασε ψιλή βροχή/ το θεό παρακαλούσα/ για να σ’έβρω μοναχή...» Και το νέο κατασκεύασμα μου: «Γιατί να ‘ρχομαι το βράδυ/ αφού θα ‘ρθω το πρωί/ και όλη μέρα μες την τάξη / θα ήμαστε και οι δυο μαζί/ και θ’ ακούω τη λαλιά σου/ σαν πουλάκι στο κλαρί...» Όταν φύγαμε από το χωριό και εγκατασταθήκαμε στην πόλη του Αργυροκάστρου, έφηβος τώρα πια κατάλαβα πως είχα ένα χάρισμα, να πλέκω στίχους. Δυο μεγάλοι ποιητές μπήκαν στη ζωή μου ο ανεπανάληπτος Γιάννης Ρίτσος που μ’ έμαθε το βάρος της σκέψης, τη διάσταση της εικόνας, της ανθρώπινης ψυχής και το συμβολισμό και ο μεγάλος Ρώσος ποιητής Σεργκέι Γιεσένην που μου δίδαξε το λυρισμό, τη γλύκα και την ομορφιά του στίχου. Και άλλοι ποιητές που διάβαζα λαίμαργα και κυνηγούσα με μανία.      

 Ρ.Τ:Ποιες είναι οι κύριες πηγές έμπνευση σας.

Π.Τ:Οι πηγές είναι πολλές, αλλά πρώτη και κυριότερη είναι η ιδιαίτερη πατρίδα μου, αυτό το βασανισμένο και ξεχασμένο κομμάτι του Ελληνισμού και της Ρωμιωσύνης, έξω από τη μνήμη του κόσμου. Ο άνθρωπος που του έχουν στερήσει την ελευθερία και τον κατατρέχει η αδικία, ο μετανάστης, που ψάχνει μια καλύτερη ζωή, που ψάχνει μια πατρίδα του ήλιου και των δίκαιων ανθρώπων. Η ζωή είναι πολυεδρική, από την πολυεδρικότητά της ρέουν και οι πηγές της έμπνευσης. 


Ρ.Τ:Ποιες είναι οι δυσκολίες της ποιητικής τέχνης.

Π.Τ:Η έμπνευση δεν γνωρίζει φόρτιση και δυσκολίες. Βέβαια η δημιουργία και η ποιητική τέχνη του λόγου δεν γίνεται χωρίς κόπο και σκληρή εργασία. Ένας μεγάλος λέει: «για να πετύχεις χρειάζεται λίγο ταλέντο, λίγη τύχη και πολύ δουλειά» Μόνο με αφοσίωση και σκληρή δουλειά έχουν γίνει τα μεγάλα έργα της ανθρωπότητας. 


Ρ.Τ:Ποιο είναι το μήνυμα που θέλετε να περάσετε μέσα από τα ποιήματά σας.


Π.Τ:Τα μηνύματα είναι πάμπολλα, γενικά. Ωστόσο κάθε ποίημα έχει το δικό του μήνυμα, που συμπίπτει μ’ εκείνο του αναγνώστη και πολλές φορές όχι. Το μήνυμα εξαρτάτε από την ερμηνεία που δίνει ο καθένας. Πολλές φορές ένα ποίημα μπορεί να μοιάζει με παγόβουνο που κρύβει το μεγαλύτερο μέρος μηνυμάτων κάτω από της επιφάνεια. Αυτό συμβαίνει συνήθως με τη μοντέρνα ποίηση ή όταν η ποίηση γράφεται σε ολοκληρωτικά καθεστώτα. Το κυριότερο είναι: Όλοι στον αγώνα για μια κοινωνία με ανθρώπινο πρόσωπο.

  
Ρ.Τ:Πόσο δύσκολο είναι για έναν ποιητή να μεταγγίσει τα γραπτά του στους αναγνώστες. 


Π.Τ:Η καλή ποίηση έχει τους παντοτινούς αναγνώστες. Η ποίηση είναι μια ανοιχτή πόρτα που παίρνει τον αναγνώστη από το χέρι και τον ξεναγεί σ’ ένα συμπόσιο ιδεών, σε ποιητικά, λαμπερά και αγαπημένα τοπία. Όσο δύσκολος και αν είναι ένας αναγνώστης το καλό ποίημα, το κείμενο ή το βιβλίο είναι σαν το παλιό καλό κρασί που επιθυμεί να το γευτεί ως το τέλος. Το ερμητικό ποίημα είναι σαν το ξινισμένο κρασί, τους ξινίζει και μας ξενίζει όλους.   


Ρ.Τ:Στη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα, ποιο ρόλο έχει ο ποιητής/τρια και ποιοι   είναι οι στόχοι του/της.

Π.Τ:Στησύγχρονη ελληνική πραγματικότητα ο ποιητής είναι σχεδόν ξεχασμένος. Η ποίηση σήμερα δεν έχει τη δύναμη να βγάλει τις μάζες στο δρόμο. Ο ρόλος του ποιητή είναι να χαρίσει αισθητική ικανοποίηση, απόλαυση και ομορφιά, να προσφέρει νέκταρ στα πικραμένα χείλη της ψυχής, να ανοίξει ορίζοντες, να προσεγγίσει συνειδήσεις. Μιλάμε για την αληθινή ποίηση, όχι για εκείνη που έχει γίνει μόδα και έχει μικροεγωιστικούς σκοπούς. Η ποίηση προσφέρει αλλαγές στη διάθεση των ανθρώπων, όπως οι εποχές του χρόνου.     


Ρ.Τ:Όταν γράφετε, φροντίζετε να προσαρμόζετε τις ιδέες σας ή δε σας ενδιαφέρει η λογική αλληλουχία.


Π.Τ:Η λογική αλληλουχία υπάρχει μέσα στη λογική της δημιουργικής τέχνης. Οι ποίηση είναι έμπνευση και όλοι οι συντελεστές παίρνουν την δική τους θέση χωρίς ιδιαίτερη φροντίδα, όπως οι μαχητές στην αρένα. Όταν προσπαθείς να γράψεις χωρίς έμπνευση τότε οι δυσκολίες γίνονται βουνό και το οικοδόμημά σου θα είναι ετοιμόρροπο, σαν χτισμένο πάνω στην άμμο, θα χρειαστούν δεκανίκια να κρατηθεί, είναι σαν μια βαριά ασθένεια που προσπαθείς να την καταπολεμήσεις μόνο με ασπιρίνες.     


Ρ.Τ:Υπάρχει ποίηση για τις μάζες ή η ποίηση απευθύνεται αποκλειστικά σε μια κλειστή ελίτ.


Π.Τ:Η ποίηση είναι ο ανθός των ανθών, όλη η ζωή του ανθρώπου είναι γεμάτη από ποίηση. Είναι ωστόσο αντίσταση, διαμαρτυρία, παρηγοριά, έκφραση έντονων συναισθημάτων, αγάπη, στοχασμός, απόλαυση, για αυτό η ποίηση είναι το χρυσό στεφάνι των τεχνών. Έχοντας όλα αυτά τα χαρακτηριστικά είναι ρόδο που το μυρίζονται και το αρέσουν πόλοι.  Πιστεύω ακράδαντα πως ένα καλό ποίημα αγγίζει τις χορδές πολλών ανθρώπων, αρκεί να φτάσει κοντά τους. Πολλοί τη θεωρούν την ποίηση κομμάτι της ελίτ. Έχει ωστόσο τους αφοσιωμένους αναγνώστες, τους παντοτινούς, τους μέτριους αναγνώστες και τους κακούς. Όταν η ποίηση γίνεται αίνιγμα, ερμητική, σταυρόλεξο και ακαταλαβίστικη τότε μιλάμε περί ανέμων και υδάτων και χάνει όλους τους αναγνώστες. Η σύγχρονη ποίηση έχει πολλά από τα χαρακτηριστικά που ανάφερα και χρειάζεται κόπωση και τεραστία εργασία με όλα τα μέσα για να κερδίσει το κύρος και τους αναγνώστες έτσι που κατά κάποιων τρόπο την παρακολουθούν οι αφοσιωμένοι αναγνώστες.   


Ρ.Τ:Σήμερα τα νέα παιδιά διαβάζουν Ποίηση και κατά πόσο τα αγγίζει. Μήπως τα παιδιά προκαταλαμβάνονται αρνητικά από τον τρόπο διδασκαλίας στο σχολείο; Αλήθεια, διδάσκετε η Ποίηση.

Π.Τ:Οι καλοί και ταλαντούχοι δάσκαλοι της ποίησης και της λογοτεχνίας μειώνονται καθημερινά και σπανίζουν στον καιρό μας. Δεν υπάρχουν δάσκαλοι με το κύρος και το μεράκι που υπήρχαν κάποτε, που τον περιμέναμε τον καθηγητή της φιλολογίας με λαχτάρα και κάθε λέξη του μας καθήλωνε και τον ακούγαμε σαν αγάλματα. Πιστεύω πως τα πιο ωραία πράγματα ο μαθητής τα μαθαίνει στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Εγώ στα σχολικά μου χρόνια είχα την τύχη να έχω τέτοιους καλλιεργημένους και φλογερούς δασκάλους, λάτρες της ποίησης, που με φώτισαν πραγματικά και τους ευγνωμονώ πάντα. Σήμερα από της δημοσκοπήσεις που γίνονται λιγότερο διαβάζεται ποίηση, λιγότερο διδάσκεται και χειρότερα ποιοτικά.     


Ρ.Τ:Οι μεγάλοι εκδοτικοί οίκοι δεν εκδίδουν Ποίηση, πολλοί μικροί προσπαθούν απλώς να εκμεταλλευτούν τους δημιουργούς, είναι το διαδίκτυο μια κάποια λύσης και ποια είναι η σχέση σου με αυτό. (διαδίκτυο)


Π.Τ:Είναι γεγονός πως η ποίηση με μεγάλη δυσκολία βρίσκει εκδότη. Οι μεγάλοι οίκοι δεν την αγγίζουν καν. Και όχι μόνο την ποίηση αλλά και τους άγνωστους συγγραφείς δεν τους αγγίζουν. Βλέπουν μόνο από που μπορεί να βγάλουν μεγαλύτερο κέρδος, τις μεγάλες επιτυχίες, τα εμπορικά βιβλία. Και όταν δεν τα βρίσκουν στο δικό μας χώρο, μεταφράζουν. Έτσι ο δρόμος της ποίησης  είναι φραγμένος. Η λύση είναι το διαδίκτυο και οι μικροί εκδότες, οι οποίοι όχι μόνο εκμεταλλεύονται τον ποιητή, αλλά κι αυτή με τη σειρά τους τη θάβουν την ποίηση. Παίρνουν τα λεφτά οι περισσότεροι και δεν τους ενδιαφέρει καν η κυκλοφορία, η διαφήμιση ή η παρουσίαση. Αν θέλει ο καημένος ο ποιητής ας τρέξει να πουλήσει, αν δεν θέλει ας το ρίξει στη θάλασσα το πόνημά του. Βέβαια το διαδίκτυο, τα e-book είναι μια κάποια λύση. Τον περασμένο χρόνο, το 2013, η σχέση μου με το διαδίκτυο και το F.B. ήταν υπερβολικά μεγάλη. Έχω δημοσιεύσει πάνω από 700 ποιήματα, κείμενα και μεταφράσεις σε δυο γλώσσες. Εκείνο που με ικανοποιείσαι ιδιαίτερα ήταν η έκδοση από τον ψηφιακό εκδοτικό οίκο «24 γράμματα» τον Φεβρουάριο του 2014 του βιβλίου μου «ΜΙΚΡΟΓΡΑΦΗΜΑΤΑ» με σύντομα διηγήματα και πεζοτράγουδα, που το καλοδέχτηκε το αναγνωστικό κοινό και συνεχίζω να παίρνω πολύ θετικά μηνύματα. Η συνεργασία με το διαδίκτυο  βοηθάει για μια έντονη δημιουργία ή οποία είναι εφήμερη και χάνεται γρήγορα αν δεν εκδοθεί σε έντυπη μορφή, σε παρασέρνει ωστόσο και μπορεί να ξεχάσεις την ποιότητα και ν’ αφήσεις σε δεύτερη μοίρα τη συγγραφή ουσιαστικών έργων.      
Ρ.Τ.:Βλέπουμε τα τελευταία χρόνια να εκδίδονται ολοένα και περισσότερα βιβλία στην Ελλάδα. 

Π.Τ:Τελικά είναι θέμα αστείρευτου ταλέντου σ’ αυτόν τον τόπο, ή απλά έγινε μόδα.
Το ελληνικό πνεύμα έχει αστέρευτες πηγές και μεγάλη κληρονομιά. Νοητό είναι σ’ αυτό τον τόπο να υπάρχουν πολλά ταλέντα, πιστεύω ωστόσο πως έχει γίνει και μόδα. Οι εκδόσεις είναι υπερβολικά πολλές. Οι εμποροποίηση της αγοράς του βιβλίου από τους εκδότες έχει ζημιώσει το ποιοτικό βιβλίο. Στο εμπορικό γκαλόπ πολλές φορές διαφημίζονται βιβλία με αμφισβητήσιμες αξίες και χάνονται πολλά ποιοτικά βιβλία, πράγμα που έχει επιρροή και στο γούστο του αναγνώστη, ο οποίος δεν μπορεί να καταλάβει πια πιο είναι τελικά το καλό βιβλίο. Η επαφή που έχω καθημερινά με το βιβλίο λόγο της εργασίας μου σε μεγάλο βιβλιοπωλείο με κάνει να τα διαισθάνομαι έντονα τα κρίσιμα προβλήματα της κυκλοφορίας του βιβλίου. Θα ήθελα να προσθέσω εδώ πως από την ξένη λογοτεχνία μεταφράζονται κάθε χρόνο εκατοντάδες βιβλία. Από την ελληνική λογοτεχνία πόσα βιβλία το χρόνο μεταφράζονται στις ξένες γλώσσες και γιατί άρα δε μεταφράζονται; Εξόν τους άλλους παράγοντες μην φταίει και η ποιότητα;       


Ρ.Τ:Οι κριτικοί σ’ όλα τα είδη της τέχνης διαμορφώνουν το επίπεδο, ανυψώνοντας ή κατακρεουργούν τους καλλιτέχνες. Τελικά έχει σημασία η παρουσία κριτικών στους τομείς της τέχνης; Κατά πόσο λειτουργεί αμερόληπτα σε μια εποχή που τα πάντα διαβρώνονται.


Π.Τ:Η κριτική είναι η ιστορία της αισθητικής σκέψης. Βοηθάει γενικά στην ερμηνεία καλλιτεχνικών φαινομένων και στην κατάταξή τους, ωστόσο δεν μπορεί να οδηγήσει ή να διαμορφώσει τη ροή και ν’ απαλλάξει από τα λάθη ένα συγκεκριμένο έργο. Η δημιουργία είναι ιδιωτική και αυτόνομη υπόθεση κάθε καλλιτέχνη και εξαρτάτε από την προσωπικότητά του και τα πιστεύω του ή το «credo» του, όπως λένε συνήθως οι ευρωπαίοι. Και ας μη ξεχνάμε πως η κριτική γίνεται εκ των υστέρων, τότε που ένα έργο έχει ολοκληρωθεί και αρκετές φορές η κριτική μπορεί να ενοχλήσει τον καλλιτέχνη. Η αμερόληπτη κριτική σπανίζει. Στη διαβρωμένη μας εποχή στην κριτική κατά τη σκέψη μου οι επιδράσεις είναι σεισμικές.  


Ρ.Τ:Τι σας βοηθάει περισσότερο να απελευθερώσετε την έμπνευσής σας. 

Π.Τ:Ο ανθρώπινος πόνος, η αγάπη, η αδικία, η θλίψη, οι έντονες ανησυχίες από τα γεγονότα της καθημερινότητας.  
 Ρούλα Χατζή-Τριανταφύλλου
Πες τε μου έναν στίχο που σας αγγίζει περισσότερο

 Πέτρος Τσερκέζης
Απ.)Un soir, j’ai assis la Beauté sur mes genoux.- /Et je l’ai trouve amére. –Et je l’ai injuriée. ARTHUR RIMBAUDUNE SAISON EN ENFER                                                                             
«Μια νύχτα πήρα την ομορφιά στα γόνατά μου. / Και τη βρήκα πικρή. / Και τη βλαστήμησα».  
ARTHUR RIMBAUD “Μια εποχή στην κόλαση»  


 



                                                                          


Σύντομο βιογραφικό

Ο Πέτρο Τσερκέζης γεννήθηκε στην Πολύτσανη – Πωγωνίου, του νομού Αργυροκάστρου, στη νότια Αλβανία. Ελληνικής καταγωγής, ο συγγραφέας ασφυκτιά μες στα ανελαστικά πλαίσια του δικτατορικού καθεστώτος του Ενβέρ Χότζα. Ένα τραυματικό γεγονός που θα σημαδέψει όχι μόνο τη ζωή και το έργο του, αλλά και όλους τους Βορειοηπειρώτες που βίωναν έτσι, έναν συμπαντικό αποκλεισμό.
Ο συγγραφέας είναι πτυχιούχος της αλβανικής και ρωσικής φιλολογίας του πανεπιστημίου των Τιράνων. Με τη λογοτεχνία ασχολήθηκε νωρίς από τα μαθητικά του χρόνια.
Για αρκετά χρόνια εργάστηκε ως εκπαιδευτικός στη μέση εκπαίδευση. Εργάστηκε επίσης ως συγγραφέας ρεπερτορίου στο επιθεωρησιακό θέατρο Αργυροκάστρου, ενώ με τη μεταπολίτευση διηύθυνε την ιδιωτική αλβανοελληνική εφημερίδα «Η Πόλη του Νότου» και την εφημερίδα «ΑΦΥΠΝΙΣΗ» των Βορειοηπειρωτών της τέχνης και των γραμμάτων. Δίδαξε επίσης σύγχρονη λογοτεχνία ως εξωτερικός καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Αργυροκάστρου. Συνεργάστηκε με πολλές εφημερίδες και έντυπα στην  Αλβανία, Ελλάδα και Κύπρο. Κείμενά του έχουν μεταφραστεί σε ξένες γλώσσες.
Από το 1994 ζει και εργάζεται οικογενειακώς στην Κύπρο.

                                             


ΤΟ ΜΑΗ, ΤΟ ΜΑΗ…
Το Μάη ήρθα να σου πω,
το Μάη, το Μάη
Των αηδονιών τραγούδια,
το Μάη με τα λουλούδια.
Στον λουλουδιών την αγκαλιά,
το Μάη, το Μάη
Έστρωσα το κλινάρι,
το Μάη με το φεγγάρι.
Το Μάη αρραβωνιάστηκα, το Μάη, το Μάη
Φόρεσα αρραβώνες, το Μάη με τους ροδώνες.
Μου είπε ο Μάης ο χρυσός,
ο Μάης, ο Μάης, Με χίλια δαχτυλίδια,
ο Μάης με τα στολίδια.
Θα σου χαρίσω αρχοντικό, το Μάη, το Μάη,
Νυμφώνα με λουλούδια, το Μάη με τα τραγούδια.


Από τη συλλογή: «Ο ΚΗΠΟΣ ΤΩΝ ΟΝΕΙΡΩΝ»




ΜΕ ΚΑΛΕΣΑΝ ΟΙ ΠΟΡΤΟΚΑΛΙΕΣ

Με κάλεσαν οι πορτοκαλιές στο δείπνο της αγάπης
Με ‘λουσαν με ανθόνερο από σαράντα ήλιους
 Και από σαράντα δυο πηγές με πότισαν το μέλι
 Μέλι ο ανθός, μέλι ο καρπός, ο ήλιος των ματιών σου.
 Με κάλεσαν οι πορτοκαλιές σε μια κρινένια αγκάλη.




                                                 


                                                

ΔΙΠΛΩΣΕ…
Δίπλωσε το χρόνο με τα λευκά σεντόνια,
Με τα λευκά σεντόνια τύλιξε τις σιδερωμένες αναμνήσεις 
Μύρισε για μια στιγμή το πυρπολημένο τριαντάφυλλο της δύσεις, 
Και τα τοποθέτησε όλα στο σεντούκι.
Έριξε μια χούφτα ναφθαλίνη, έκλεισε το σεντούκι και ξενιτεύτηκε.
Όταν το άνοιξε με τρεμάμενα κρινοδάχτυλα νοσταλγίας
Τα σεντόνια ήταν κηλιδωμένα
Λες και ο χρόνος είχε κοιμηθεί με παρθένες.

Από τη συλλογή: «ΟΙ ΠΡΟΣΕΥΧΕΣ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ»

                                       

                                                               
ΣΕ ΠΕΡΙΜΕΝΑ ΝΑ ‘ΡΘΕΙΣ 

Σε περίμενα να ‘ρθεις σε πιο ευνοϊκές εποχές
Σε πιο γαλήνιες μέρες σε περίμενα να ‘ρθεις
Να μου τυλίξεις την ψυχή με πέπλα και με χρώμα.
Καιρό πολέμου διάλεξες, μέσα στις φλόγες ήρθες 
Ελένη της Τροίας μου που φλέγεται ακόμα.

1997-2012
Από τη συλλογή: «ΣΤΑΥΡΩΜΕΝΟ ΑΗΔΟΝΙ»


                                         



                                        



Η Παμβώτιδα
Η Παμβώτιδα φλέγεται το απόβραδο                                                                                            
 Άναψε το καμίνι της ιστορίας                                                                                        
 Μπήκε στη μπαρουταποθήκη της μνήμης                                                                                                
Κι έβαλε φωτιά.
Η Παμβώτιδα άναψε το αμπαζούρ της σελήνης και κοιμάται.                                                   
Φόρεσε το μεταξένιο κομπινεζόν της ανοιξιάτικης αύρας                                                                           
Και μπήκε στο όνειρο.                                                                                                                              
Χάδι χρυσό στα βλέφαρα των Ιωαννίνων.
 Η Παμβώτιδα ξυπνάει τα πρωινά                                                                                                          
Μ’ ένα αμαρτωλό πέπλο κυρά Φροσύνης στα μάτια                                                                                            
Με δυο κουπιά να παφλάζουν στη γαλήνη                                                                                           
Και δυο λευκά φτερά να την αγκαλιάζουν ερωτικά. 
Από τη συλλογή: «ΣΤΑΥΡΩΜΕΝΟ ΑΗΔΟΝΙ»

                                        


ΑΣΠΡΟ ΑΛΟΓΟ
Άσπρο άλογο καβαλίκεψα, άσπρο άλογο
Αρπάχτηκα στη λευκή του χαίτη
Ξεπέζεψα σ’ ένα βουνό και σ’ ένα αμπελώνα
Κόκκινα χείλη φίλησα, κόκκινα χείλη
Πλημμύρισε ο κήπος κόκκινα μήλα
Κι έβαψε άλικος ο ουρανός, άλικο το φεγγάρι
Άσπρο άλογο καβαλίκεψα, άσπρο άλογο
Κι έτρεχαν πίσω μου νεφών αλόγατα
Κι άρπαζε ο άνεμος δάση αντάρας
Και σκέπαζαν τη γη πέπλα και άνθη
Πέπλα κατάλευκα, πέπλα νυφικά
Άσπρο άλογο καβαλίκεψα, άσπρο άλογο
Και με πάει γαμπρό ως τον ουρανό. 
Από τη συλλογή: «Ο ΚΗΠΟΣ ΤΩΝ ΟΝΕΙΡΩΝ»



                                                  
ΠΕΤΡΟΣ  ΤΣΕΡΚΕΖΗΣ


ΣΕ  ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ ΕΠΙΠΕΔΟ
-Διαλέξτε πέντε λέξεις που περιγράφουν τον εαυτό σας;
**Επίμονος, αγαπητός με τους ανθρώπους, υπεύθυνος, αισιόδοξος, με εξοργίζει η αδικία.  
-Ποιο είναι το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό σας;
**Η εργατικότητα.
-Ποιο χαρακτηριστικό προτιμάτε περισσότερο σε κάποιον;
**Την ειλικρίνεια.
-Τι θεωρείτε πιο σημαντικό στους φίλους σας;
**Τι λεβεντιά και τη γενναιοδωρία σε όλο το φάσμα τους.
-Ποιοι είναι οι δύο καλύτεροί σας φίλοι;
**Ο φίλος της ζωής μου ο συγγραφέας Θανάσης Ντ., ο δεύτερος απεβίωσε πριν χρόνια και χωρίς αμφιβολία η πένα μου. 
-Ποια είναι η καλύτερη συμβουλή που σας έχουν δώσει;
**Ο στόχος με επιμονή, εργατικότητα και ταπεινοφροσύνη σε βγάζει στο μονοπάτι που επιθυμείς.
-Σε ποιο πράγμα προδώσατε τον εαυτό σας ;
**Στα έργα μου.
-Για ποιο πράγμα μετανιώνετε περισσότερο;
**Όταν αδικώ κάποιον άθελα.
-Ποιος είναι ο μεγαλύτερος φόβος σας;
**Το σκοτάδι στον άνθρωπο.
-Ποιο εν ζωή πρόσωπο εκτιμάτε περισσότερο;
**Τις αγάπες μου.
-Ποια θεωρείτε την πιο υπερεκτιμημένη αρετή;
**Την ελευθερία του ανθρώπου και τη μπέσα σε άπιστους καιρούς.
-Ποιο είναι το πιο εξωφρενικό πράγμα που έχετε κάνει;
**Σκαρφάλωσα στο ψηλό παράθυρο της αγάπης και από κει προσγειώθηκα στο φεγγάρι.
-Ποιες λέξεις ή φράσεις χρησιμοποιείτε υπερβολικά;
**Δεν το έχω σκεφτεί. Θα το ψάξω. Ας το ψάξουν και οι κριτικοί.  
-Αν μπορούσατε να αλλάξετε κάτι στον εαυτό σας, τι θα ήταν αυτό;
**Να πραγματοποιώ έγκαιρα όλες τις αποφάσεις, να κερδίσω το χαμένο χρόνο που μας κατακρεούργησε ο κέρβερος της δικτατορίας.
-Ποια είναι η αγαπημένη σας απασχόληση; (εκτός της συγγραφής)
**Το διάβασμα, οι μεταφράσεις, το πολυφωνικό ηπειρώτικο τραγούδι και μολονότι είμαι γέννημα θρέμμα του βουνού, με μαγεύει η θάλασσα, ανεξάντλητη αγάπη.  
-Σε ποιες περιπτώσεις λέτε ψέματα;
**Με αηδιάζει το ψέμα. Ίσως για την αποκάλυψη της αλήθειας.  
-Τι ή ποιον αγαπάτε περισσότερο στη ζωή σας;
**Την ελευθερία, στέρηση της οποίας γνώρισα σε όλο το μεγαλείο της και στη δικτατορία και στη Δημοκρατία. Και την πραγματική φιλία.
-Πότε και πού υπήρξατε ευτυχισμένος;
**Σε πολλές περιπτώσεις. Όταν δραπέτευσα από την κόλαση κι ένιωσα εντελώς ελεύθερος, στις μεγάλες στιγμές της ζωής μου, όταν ένιωσα ερωτευμένος, όταν εκδόθηκε το πρώτο μου βιβλίο, όταν γεννήθηκαν τα παιδιά μου, τα εγγονάκια μου, όταν τελειώνω ένα νέο έργο, όταν απέκτησα έναν καινούργιο φίλο και σε πολλές άλλες στιγμές της καθημερινότητας.  
-Ποιοι είναι οι αγαπημένοι σας συγγραφείς;
**Είναι πολλοί. Ο Ρίτσος, ο Καβάφης, ο Ελύτης, Ο Σεφέρης, Ο Καζαντζάκης, ο Λουντέμης, ο Αλβανός Κανταρέ. Από την παγκόσμια λογοτεχνία: Ο Τσέχοβ, ο Ντοστογιέφσκι, ο Τολστόι, ο Γιεσένιν, ο Κάφκα, ο Λόρκα, ο Μπόρχες, Ο Νερούντα, ο Μάρκες, ο Πρεβέρ. Είναι μια ατελείωτη λίστα που αδικώ πολλούς.      
-Ποιος είναι ο αγαπημένος σας φανταστικός ήρωας;
**Ο πολυμήχανος Οδυσσέας.
-Ποιοι είναι οι πραγματικοί ήρωες σας;
**Οι αφανείς ήρωες, οι απλοί ανθρώποι. 
-Τι απεχθάνεστε περισσότερο;
**Τη μηχανορραφία, την προδοσία και τις λυκοφιλίες.  
-Ποια θεωρείτε τη μεγαλύτερή σας επιτυχία;
**Δεν έχει πραγματοποιηθεί ακόμα. Είναι η ολοκλήρωση και την έκδοση του έργου μου.
-Ποιο είναι το αγαπημένο σας απόφθεγμα; 
Πέτρος Τσερκέζης:
«Ψάχνω τον άνθρωπο» και την απάντηση στο Μέγα Αλέξανδρο «μου κρύβεις τον ήλιο» του Διογένη. Επίσης «Αν δεν γράψω μια μέρα, είμαι νεκρός γι’ αυτή τη μέρα» του αθάνατου Ρίτσο.
Σας ευχαριστώ θερμά


                                        

                                                       
                                                                  


ΤΟ ΦΙΛΟΤΕΧΝΗΜΑ ΤΟΥ ΠΥΓΜΑΛΙΩΝΑ
«Μη με βασανίζεις άλλο, μίλησέ μου», είπε ο βασιλιάς Πυγμαλίων  στο λαμπερό άγαλμα που στέκονταν μπροστά του. «Μίλησέ μου, μίλησέ μου σε ικετεύω, πλημμύρισέ  μου την πυρπολημένη μου ψυχή με τη δροσερή σου λαλιά, με τη δροσερή σου πνοή».
Μερόνυχτα ο Πυγμαλίων έγκλειστος στο εργαστήρι του, στο μυθικό παλάτι, προσπαθεί να φιλοτεχνήσει από πολύτιμο ελεφαντόδοντο μια μορφή γυναίκας. Αγαλματάκι φιλντισένιο, αγαλματάκι λαμπερό. Μερόνυχτα με πάθος πλάθει, μερόνυχτα σκαλίζει το φίλντισι.
Κάποια στιγμή ξαπόλησε τα εργαλεία του και μαγεμένος στέκεται θαυμάζοντας το δημιούργημά του.
«Αχ, μίλησέ μου, μη με κοιτάς ψυχρά, μίλησέ μου ωραιότατη θήλυ», εκλιπαρεί το άγαλμα ο Πυγμαλίωνας. «Σου χάρισα σώμα και μορφή, άνοιξε τώρα τους οφθαλμούς σου και κοίταξέ με, χάρισέ μου ένα χαμόγελο να γαληνέψει η ταραγμένη ψυχή του κεραυνοβολημένου βασιλιά. Τα χέρια μου σε φιλοτέχνησαν σα να ‘σουνα θεά, τα μάτια μου σου χάρισαν ουράνια λάμψη και χτύπησες στην ψυχή μου κεραυνός. Άνοιξε τέλος πάντων τα γλυκά σου χείλη και μίλησέ μου».
Έχανε τον ύπνο του ο βασιλιάς Πυγμαλίων, σαν υπνοβάτης περιπλανιόταν στους ναούς με παρακλήσεις και θυσίες. Κάποια στιγμή άκουσε τους λυγμούς η θεά του έρωτα, η ωραία Αφροδίτη και έδωσε στο άγαλμα ψυχή από την ψυχή της και από την ομορφιά της ομορφιά κι έλαμψε ζωντανή, ο ήλιος των ματιών του η Γαλάτεια η ωραία που την έκανε γυναίκα του, βασίλισσα τη στέφθηκε.
Από το γάμο αυτό γεννήθηκε ο πρίγκιπας Πάφος, πλούτο και φήμη απέκτησε και για την ευτυχία των γεννητόρων του και τη δική του γέννηση ίδρυσε την πόλη με το όνομά του και την αφιέρωσε στη θεά του Έρωτα, εκεί κοντά στη θάλασσα που αυτή αναδύθηκε.
«Σου χαρίζω αυτή την ωραία πόλη, σου χαρίζω το διαμάντι της ψυχής μου, αθάνατη θεά της ομορφιάς».
Και στο γειτονικό λόφο, απέναντι από τον ήλιο, έκτισε τον πρώτο μεγάλο ναό να ‘ρχονται οι ταπεινοί της κάτοικοί με ευλάβεια και λατρεία να την προσκυνούν.
Σεπτέμβρης 2009
Από τη συλλογή: «ΑΠΕΙΡΩΤΑΝ»

______________________________
ΣΤΗ ΣΚΙΑ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ
Όταν τοποθετούσε την πρώτη πέτρα βαθιά στην άμμο, ο αρχιμάστορας σίγουρα δε γνώριζε πως θα έριχνε το ανάστημα μια πόλη κάτω από τη σκιά του θανάτου. Μια πόλη χωμένη στην άμμο. Μια πόλη που καθρεφτίζονταν κάθε πρωί σαν η πεντάμορφη στον καθρέφτη της θάλασσας. Μια πόλη που έριχνε το βλέμμα πέρα από τα καταγάλανα νερά της Μεσογείου. 
Αλάσια ήταν το πρώτο σου όνομα. Όνομα σαν χάδι, όνομα λαμπερό από ηλιαχτίδες. Όπως είχες εμφανιστεί έτσι εξαφανίστηκες ένα απόβραδο στο μακρινό αιώνα. Έγινες άμμος μέσα στην άμμο. Μόνο η θάλασσα ψιθύριζε ανέμελη τα αιώνια της άσματα. Μόνο η θάλασσα ψιθύριζε ψαλμούς. 
Σκόνη και στάχτη η ξακουστή Σαλαμίνα. Μόνο το όνομα έμεινε στον αέρα σαν φάντασμα, σαν μαγική οπτασία, που έλαμψε στον ορίζοντα και χάθηκε. Σκόνη και στάχτη η ξακουστή Σαλαμίνα.
Πάνω στα ερείπια ύψωσε τους ώμους της η Κωνσταντία σαν ένα μωρό που σκαρφαλώνει στους ώμους της μάνας της για να απολαύσει την ομορφιά αυτού του κόσμου ή πόσο βαθύ και αγεφύρωτο είναι το χάος της παράνοιας.
Τι τύχη ήταν κι αυτή και πάνω από τη στέγη της Κωνσταντίας να τραγουδήσει η κουκουβάγια. Το λυπημένο πουλί έλεγε λυπημένα μοιρολόγια για την αφανίσει μιας πόλης.
Η αρχαία πόλη Αρσινόη δέχτηκε μεγαλόψυχα τους έντρομους κάτοικους της Κωνσταντίας, που όλο βυθίζονταν στην άμμο λες και ήθελαν να γίνουν ένα με τους κόκκους της, λες και ήθελαν να κρύψουν εκεί την κεφαλή τους, λες και ήθελαν να γλιτώσουν από την κατάρα.
Και ξαφνικά ξεμύτισε μπροστά στα καταγάλανα ύδατα η ξακουστή Αμμόχωστος σαν ένα λουλούδι πάνω στην άμμο. Μικρή, μικρή και εύθραυστη σαν το πιο ντελικάτο λουλούδι, άρχισε να απλώνεται, να ανοίγει τα μέλη, να υψώνει τους ώμους, να ανοίγει νέους δρόμους πέρα από τις  χρυσές αμμουδιές, πέρα από τον ορίζοντα, πέρα από  αραχνοΰφαντα σχέδια των πειρατών και των βαρβάρων.
Αμμόχωστος πόλη χωμένη στην άμμο, πόλη που κάθε κόκκος άμμου έγινε χρυσός. Έμποροι, μάγοι του πλούτου, θαλασσοπόροι άνοιξαν νέους δρόμους προς την Ανατολή και τη Δύση. Η πόλη δε μπουσουλούσε πια μέσα στην άμμο, έγινε μια Φαμαγκούστα με ατάραχα τείχη, έγινε μια Φαμαγγούστα με φτερά και μεγάλη φήμη, έγινε μια Φαμαγκούστα με μεγάλη ισχύ.

Ξεχνούσε εντούτοις πως οι ρίζες του δέντρου της ήταν μέσα στην άμμο και η σκιά εκείνου του δέντρου ήταν από θάνατο. Και ξαφνικά σ’ ένα καυτό καλοκαίρι ένας Δούρειος Ίππος βρέθηκε μπροστά στις πύλες σου, ένας Δούρειος Ίππος βγαλμένος από τα καταγάλανα νερά, που κουβαλούσε πάνω του συνωμοσία και μπαμπεσιά. Σπάραξαν τις χαρές σου, σπάραξαν την ευτυχία σου, σπάραξαν τα πλούτη σου και τους ναούς σου και σου χάρισαν τη μαύρη ερημιά του Άδη. Από τους λυγμούς της θάλασσας τρέμουν τ’ άστρα.
Πως έμεινες έτσι σταυρωμένη στη σκιά του θανάτου. Τώρα στις 365 μέρες του χρόνου φωνάζεις τους άγιους σου κι εκείνοι φορτωμένοι με τα βαριά τσουβάλια της προδομένης σου ιστορίας φουντώνουν μέσα στην άμμο, περιπλανιούνται σαν τυφλοί και παράλυτοι μη μπορώντας να φτάσουν κοντά σου, να σου χαρίσουν την ανάσταση. Πάνω στην άγονη, ματωμένη άμμο κείτονται σκοτωμένα όνειρα μπλεγμένα με τα φύκια, μπλεγμένα στα δίχτυα της προδοσίας.  
Τριγύρω σου βάρβαρες φάλαγγες, κυανόκρανοι, ύπατοι και διπλωμάτες  άναψαν τα πούρα τους στις φωτιές σου και φουμάρουν ανέμελοι σκορπίζοντας τον καπνό στα αθώα μάτια του κόσμου, τινάζοντας τις στάχτες μέσα στη λησμονιά. Πόλη της ερημιάς και του θανάτου στέκεσαι μπροστά στον μεγάλο καθρέφτη της Μεσογείου σαν ένα άδειο κοχύλι που του ‘κλεψαν το μαργαριτάρι. Πόλη με πολλά ονόματα και με έναν ατελείωτο θάνατο.
Σεπτέμβρης 2009 
Από τη συλλογή: «ΑΠΕΙΡΩΤΑΝ»




                                                    ΜΕΡΑ ΓΛΥΚΙΑ ΤΟΥ ΜΑΗ
Μέρα γλυκιά του Μάη ήρθα κοντά σου, με πήρες στην αγκαλιά σου γλυκιά μου αρραβωνιαστικιά. Άνοιξα όλα τα παράθυρα της καρδιάς μου και μπήκες μεγαλόπρεπη με την αύρα της αγάπης. Έτσι αρπάχτηκα πάνω σου ερωτευμένος.
Μέρα γλυκιά του Μάη, Πρωτομαγιά μιας νέας αγάπης. Περπάτησα στους δρόμους σου, ήπια με μεγάλες γουλιές τη θάλασσά σου και δε χόρταινα. Ανεβήκαμε στο κάστρο, βγάλαμε και φωτογραφίες. Τα μάτια του γιου μου πήραν το χρώμα της θάλασσας, τα δικά μου της πίκρας.
Βγάλαμε και φωτογραφίες. (Αχ, πώς να γεμίσει ένα άλμπουμ με φωτογραφίες το κενό μιας χαμένης αγάπης που ονομάζεται Κερύνεια;)
Μέρα γλυκιά του Μάη περπατήσαμε στους δρόμους σου. Πλημμύριζε ο κόσμος ευωδίες από λεμονάνθια και πορτοκαλάνθια  και στάλα-στάλα έσταζε στην καρδιά το φαρμάκι.
Μέρα γλυκιά του Μάη κι έμοιαζαν οι ταβέρνες σου σαν τα πηγάδια που τα ‘χει πιάσει ο δράκος του παραμυθιού. Πώς να γευτείς το λευκό κρασί και το φαρμακωμένο ψάρι; (Σίγουρα το αίμα μας θα ‘τρεχε λευκό μέσα στις φλέβες).
Πίσω από τα κάγκελα μας χαιρετούσε ο Μάης, πίσω από τα σίδερα μπουμπούκιαζε ο πόθος μας, βαθύς-βαθύς τρικυμισμένος σαν μαύρος κεραυνός της θάλασσάς σου.
Περπατούσαμε στους δρόμους σου και ονειροπολούσαμε σαν κάποτε ερωτευμένοι φοιτητές στους δρόμους της Φοιτητικής Εστίας.  Ακούσαμε τους πονεμένους ψιθύρους της θάλασσάς σου, νιώσαμε το ρίγος της αγκαλιά σου, σκαρφαλώσαμε στο κάστρο σου. Και ήταν σαν να σκαρφαλώναμε στο κάστρο του Αργυρόκαστρου, σαν να ακουμπούσαμε το αυτί στο στέρνο του ν’ ακούσομε το ποδοβολητό της ιστορίας, σαν να περπατούσαμε στους δρόμους μιας άλλης αγάπης, στους δρόμους των Αγίων Σαράντα, σαν ν’ ανεβαίναμε στα Ακροκεραύνια, σαν να ανεμίζαμε τα μαντίλια μας πάνω στο Λευκό Πύργο, στον πιο ψηλό πύργο του ορίζοντα να αντικρίσομε το μέλλον. Μουντός, θολός ορίζοντας, γοργόφτερο το αίμα ανοίγει φλάμπουρα του πόθου σε αόρατα κατάρτια.
Μέρα γλυκιά του Μάη σε φορτώσαμε στους ώμους μας Κερύνεια, σε φορτώσαμε στην ψυχή μας και φύγαμε. Βαρύ πολύ βαρύ αυτό το φορτίο με όλες τις αλυσίδες της σκλαβιάς, με τις ξιφολόγχες και τις χάλκινες αρβύλες. Σε τοποθέτησα στο αέτωμα των μελλούμενων χρόνων για να σε ξανακερδίσω χαμένη μου αγάπη.
Πρωτομαγιά 2004 – Σεπτέμβρης 2009
Από τη συλλογή: «ΑΠΕΙΡΩΤΑΝ»




Η ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΟΥ ΝΑΟΥ
Η πολυήμερη πολιορκία τελείωσε και ο Λαλά Μουσταφά μπήκε στην νικημένη πόλη με ζουρνάδες και με ταμπούρλα. Πήγε κατευθείαν στην Αγία Σοφία, τη μεγαλόπρεπη γοτθική εκκλησία, γονάτισε προς τη μεριά της Μέκκας και προσευχήθηκε στον Αλλάχ, τον παντοδύναμο με μια τρανή υπόσχεση, να του χαρίσει αυτό το επιβλητικό οικοδόμημα σαν τέμενος για τη μεγάλη του νίκη.
Φώναξε ξακουστούς αρχιτέκτονες και χρυσοχέρηδες τεχνίτες και δείχνοντας τον ιερό ναό την υπόσχεσή του μεγαλόφωνα λάλησε.
Για μέρες και μήνες χτυπούσε αλύπητα ο κασμάς καταστρέφοντας τα χριστιανικά σύμβολα και τις τοιχογραφίες, υψώνοντας να ξεσκίσουν τον ουρανό δυο αιχμηρούς μιναρέδες.
Αλλάχ, Αλλάχ χαίρονταν και προσεύχονταν ο Λαλά Μουσταφά, κοιτάζοντας με υγρά μάτια τον ουρανό. Κράτησα την υπόσχεσή μου. Αλλάχ, Αλλάχ! Προσεύχονταν οι πιστοί. Αλλάχ, Αλλάχ! Πάνω στο γοτθικό ναό ο Λαλά Μουσταφά άφηνε την αλλόθρησκη σκιά.
Αλλάχ, Αλλάχ πάνω στην πράσινη γραμμή. Αλλάχ, Αλλάχ πάνω στη δική μας ζωή.
150 χρόνια συνεχίστηκε το χτίσιμο του ναού, δεκαπέντε μήνες η μεταμόρφωσή του. Εκεί που στέφθηκαν και ενταφιάστηκαν οι Φράγκοι βασιλείς και πολλές επιβλητικές τελετές έλαβαν χώρα τη φονική τους σκιά ρίχνουν οι δυο μιναρέδες.
Αλλάχ, Αλλάχ πρωί, μεσημέρι, βράδυ εκεί πλάι στην πράσινη γραμμή. Αλλάχ, Αλλάχ μες την καρδιά της μοιρασμένης πόλης, πάνω από τη δική μας ζωή, σαν να αρπάζεται με τους χάλκινους ήχους της καμπάνας.
Μπροστά στην είσοδο του τεμένους τα παπούτσια των πιστών σαν ανοιχτά στόματα που τους έκλεψαν τη λαλιά. Στεκόμαστε μπροστά στο τέμενος. Μας απαγορεύεται η είσοδος. Παίρνουμε την πληγωμένη σου μορφή στην καρδιά και σπρώχνουμε τα βήματά μας πιο πέρα, της μεγάλης Άγιας Σοφίας μικρή θυγατέρα.    

Σεπτέμβριος 2009
Από τη συλλογή: «ΑΠΕΙΡΩΤΑΝ»

                                                                            

ΑΜΥΓΔΑΛΙΑ ΤΟΥ ΚΗΠΟΥ ΜΟΥ
Αμυγδαλιά του κήπου μου, τι σου ψιθύρισε ο νοτιάς που άνοιξες την αγκάλη σου τρελά ερωτευμένη; Έδωσες μια και πέταξες τα δεσμά του χειμώνα και όλο σκορπάς το γέλιο σου απλόχερα, πέταλα πορφυρά, αψηφώντας τα ψυχρά μαστίγια και τα τσουχτερά καψαλίσματα από τις παγωμένες φωτιές του Φλεβάρη.
Άρπαξε τα ψαλίδια του ο γέρο περιβολάρης και πάει να κλαδέψει, ήλιο τυλίγει στο λαιμό, στα δάχτυλα ακτίνες και όλο κεντάει τους αμπελώνες. Η αγαπημένη αμυγδαλιά του στρώνει τις ρυτίδες. Αμυγδαλιά του κήπου μου νύφη του αμπελώνα. Κάτω σου φιληθήκαμε κάποιο απόβραδο και πως πλημμύριζες από χαρά. Σε τίναξε εκείνη, σε τίναξα κι εγώ. Τ' άνθη στους ώμους πήραμε και στα μαλλιά μας, πήραμε τα φιλιά σου στα φιλιά μας, τυλιχτήκαμε με αφράτα πέπλα και φύγαμε.
Αμυγδαλιά της ομορφιάς, αμυγδαλιά του πόθου μας, πρώτο ανοιξιάτικο χαμόγελο, η πρώτη πεταλούδα του χορού, προικιά μεταξωτά ερωτευμένων. Όλος ο κόσμος μολυβένιος, μπουντρούμι μοιάζει ο ουρανός. Σκίζει βουνό ο άνεμος και με μαχαίρια παγωνιάς η απειλή χτυπάει τα ντουβάρια.
Ενώ εσύ με το ανθοφόρο γέλιο σου καλοκαιριά χαρίζεις. Με τους ανθηρούς σου κλώνους τα βάζεις με την παγωνιά, με το βοριά αρπάζεσαι και με τις θύελλες γνέθοντας ηλιαχτίδες. Χορό-χορό το μελισσολόι, έγινε ο κόσμος μια κυψέλη, γύρη χρυσή το τραγούδι τους, κλωστές μεταξωτές ίριδες να κεντήσουμε τον κήπο των ονείρων, που μας τον σμπαράλιασαν οι βαρυχειμωνιές.
Χτυπούν καμπάνες πορφυρές τη θαλερότητα και διάφανα πουλιά ξαστεριές κελαηδούνε. Ο ήλιος άρπαξε το χρυσό του κύπελλο  και μπρομπ  λέει μια και μπρομπ λέει δυο, στην τρίτη σέρνει το χορό, καλοκαιριάζει.
Και να, σε λίγο ξαφνικά συνωμοτούν ξανά τα μαύρα σύννεφα σε άγριο πραξικόπημα προσπαθώντας να επιβληθούν με το δικτατορικό καθεστώς της άγριας μπόρας. Λυσσομανούν τριγύρω σου και μαστιγώνουν οι τρελοί δεσμοφύλακες, ενώ εσύ ξανά χαμογελάς ναζιάρα, στολισμένη με πέπλα νυφικά.
Αμυγδαλιά του κήπου μας, εφηβικός μας έρωτας, λιόχαρα μηνύματα μας φέρνεις, ανοίγοντας τις πόρτες  συμπεθέρους να καλωσορίσεις, ν’ ανταλλάξεις βέρες αρραβώνων.
Από τη συλλογή: «ΑΠΕΙΡΩΤΑΝ»


ΔΕΝΤΡΟ ΑΠΟ ΗΛΙΟ
ΕΧΩ ΜΕΣΑ ΜΟΥ ΕΝΑ ΔΕΝΤΡΟ ΑΠΟ ΗΛΙΟ. ΕΙΝΑΙ Σ’ ΑΥΤΟ ΟΛΑ ΤΑ ΔΕΝΤΡΑ που μου χάρισαν τους καρπούς, τη δροσερή ομπρέλα της σκιάς, τον κρυψώνα της αγάπης, τα βελούδα και τα μεταξωτά του ανοιξιάτικου αέρα, τα κελαηδήματα των πουλιών και τις ομορφιές των εποχών, τις συστάδες των χορών και τις φτερούγες για τα πετάγματα.
Όταν με κυνηγούσαν οι σκιές, στις κρυφές νύχτες με μυστικούς έρωτες και μυστικούς δείπνους, αυτό το δέντρο γινόταν το λυχνάρι του δρόμου και ο κρυψώνας μου. Άλλος ήλιος ευωδίαζε την άνοιξη, άλλος λάμπρυνε το καλοκαίρι. Πλησίασε, ακούμπα το αυτί σου ν’ ακούσεις τους μαγευτικούς ψιθύρους.
Τη φυλλοφόρα εποχή, το δέντρο μου θέριευε. Το δέντρο μου έβγαζε φτερά. Τα φύλλα του ήταν από χαρτί, ήταν και από ατσάλι, εκεί έγραφαν τα λυρικά τους τραγούδια οι εποχές. Το δέντρο μου κένταγε με χρυσό τον αυλόγυρο του σπιτιού μου και άνοιγε παράθυρο εκεί που δεν υπήρχε παράθυρο, στον τοίχο του ζόφου.
Με το ξύλο του προετοίμαζα τα φέρετρα των εχθρών μου και των δικτατόρων. Με τον γλυκό του καρπό τάιζα την αγάπη μου. Αυτό το δέντρο, με ρίζες βαθιά στο λαμπερό χώμα της ψυχής μου, έγνεθε τις αχτίνες του ήλιου. Εκεί κατοικούσαν οι μέλισσες και ενορχήστρωναν τα πουλιά τη μουσική των ονείρων μου. Αρπαγμένος από τους κλώνους του, με γοήτευε η άνοιξη, με μεθούσε το καλοκαίρι, το χρυσό φθινόπωρο με γέμιζε καρπούς με κουκούτσια από ήλιο. Ενώ τον χειμώνα μ’ έσπρωχνε πλάι στο τζάκι, να μου αφηγηθεί τις μαγευτικές του ιστορίες. 
Λιόδεντρο, αμάραντο, καταφύγιο για όλες τις αγάπες, ξέσπασμα ανθοβολημάτων και τραγουδιών, λυτρωμός σε δυσοίωνες εποχές, σε ποτίζω, σε σκαλίζω και σε καβαλικεύω να με πας σε καλύτερες, ηλιόλουστες και ανθρώπινες εποχές.  
Δεκέμβρης 2004 
Από τη συλλογή: «ΜΙΚΡΟΓΡΑΦΗΜΑΤΑ»

                                                            










ΣΕ ΦΙΛΗΣΕ Ο ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ
Κόρη του βουνού
Χρυσό ρόδο του Μάη,
Σε φίλησε ο αυγερινός
Και σ'έλουσε η πούλια
Και ο έρωτας σε χαίρετε
Μες της αυγής την κλίνη.
Κόρη του βουνού
Αυγερινέ του βίου μου.

Από τη συλλογή: «ΣΤΑΥΡΩΜΕΝΟ ΑΗΔΟΝΙ»

Η ΜΟΝΑΞIA
Η μοναξιά άνοιξε τα αιχμηρά της πλοκάμια
Και σε γράπωσε
(Ποιος τ' ακόνισε έτσι ανελέητα
 Να σε παγιδέψει στα στενά της οδύνης;)
Πάντα έτσι ύπουλα σε παγιδεύει κάθε κατακτητής.
Ποια δάχτυλα σμιλεύουν τα χαμόγελα
Ποια αύρα σμιλεύει την ευαισθησία των κρίνων
Και την αγαλματένια Εύα τη αμαρτίας;
Δαγκώνεις το μήλο και ο άνεμος γαβγίζει
Δαγκώνεις τη σάρκα και η βροχή κλαίει

Ακούμπησες την ανέμελη προσδοκία σου
Σε μια ευτυχισμένη κλίνη
Ακούμπησες το κεφάλι σου
Στη λαιμητόμο ενός ουράνιου τόξου
Σαν σε μια ερωτική αγκαλιά
Και κοιμήθηκες
Το πολυτελέστατο άρμα της μοναξιάς σε βρήκε
Λίγο μετά από τον έρωτα,
. Τότε που γλιστρούσες στη σκηνή ενός ξένου ονείρου
Έτσι περιμένει πάντα ο εφιάλτης και εισβάλει
Σαν χάλκινος αυτοκρατορικός φρουρός για να μας κατακτήσει.

Κι εμείς τον καταδεχόμαστε σαν ελευθερωτή.
Τι λαιμητόμος είναι αυτή που κυνηγάει τον έρωτα
Και τον κάνει χίλια δυο κομμάτια
Και τα προσφέρει γενναιόδωρα
Για να ταΐσει τα πεινασμένα θεριά της ιδιοπάθειας.

Από τη συλλογή: ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΤΟΥ ΥΠΟΣΥΝΕΙΔΗΤΟΥ

 








ΑΝΟΙΞΕ ΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ

Άνοιξε το παράθυρο να σε χαρούμε, κόσμε,

Να σε χαρούν τα μάτια μας
Να σε χαρεί η καρδιά μας

Και ν' ανεμίζουν ουρανοί
Φλάμπουρα της ελπίδας.
Ντουνιά, ντουνιά μου αμαρτωλέ,
Στάσου να σε χορτάσω,
Δε θέλω δάφνες και φλουριά
Την αγκαλιά σου θέλω.


από τη συλλογή: «ΣΤΑΥΡΩΜΕΝΟ ΑΗΔΟΝΙ»






ΜΟΥ ΗΡΘΕ ΚΟΝΤΑ Η ΘΑΛΑΣΣΑ

                                    Μου ήρθες κοντά θάλασσα της Αμμόχωστος                                                                                  
                                      Και άγγιξα το κύμα σου κι άγγιξα την ψυχή σου.                                                                              
                                    Μου ήρθες κοντά θάλασσα ταμπούρλο καημού                                                                                 
                                Και είχες στα μάτια σου ένα κρίνος πικρό                                                         
Και είχες τα χέρια σου αλυσοδεμένα.                                

                                    Μου ήρθες κοντά θάλασσά βουβή και μαυρομαντιλούσα                                                               
                                     Σαν μια πληγή βαθιά-βαθιά στην ομορφιά του γένους                                                                       
                                     Και μ' άρπαξες στα κύματα                                                                                                                
                              Και μου ψιθύριζες κρυφά τα ντέρτια της καρδιάς σου.                                                

                                      Μου ήρθε κοντά η θάλασσα, το πικραμένο κύμα                                                                             
                            Κι εγώ στα χέρια μου κρατούσα σπασμένη τρίαινα.                                                        
                                      Πως βούιζε έτσι η θάλασσα, μαύρα νερά της μνήμης                                                                      
 Με χίλια στόματα ούρλιαζε να σπάσω αλυσίδες.

Από τη συλλογή: «ΣΤΑΥΡΩΜΕΝΟ ΑΗΔΟΝΙ»







ΕΓΩ ΚΑΙ Ο ΣΚΥΛΟΣ
Στα παγωμένα μεσάνυχτα μιας ξένης πόλης,
Περιπλανιέμαι μόνος μες την απελπισία ενός άγνωστου δρόμου
Σπάζοντας τα δόντια μου στο σίδερο της απόγνωσης.
Σε μια σκοτεινή γωνιά κάπου
Μια σκιά ακολουθεί τη σκιά μου.
Δυο θολά μάτια σαν η πείνα,
Δυο σκοτεινά μάτια σαν η απελπισία,
Στόμα που αφρίζει σαν η λύσσα,
Νύχια έτοιμα να γαντζωθούν σαν η απόγνωση.
Στην παγωνιά της λησμονιάς του κόσμου αυτής της νύχτας
Με ακολουθεί ένας σκύλος.
Η σκιά μου με ακολουθεί, ένας σκύλος,
Η απόγνωση με δαγκώνει, ένας σκύλος,
Η απελπισία γαβγίζει, ένας λυσσασμένος σκύλος.
Εγώ και ο σκύλος γαβγίζουμε ντουέτο
Στην ψυχρή μοναξιά της νύχτας της ξένης πόλης. Εγώ και ο σκύλος.
1998-2012
Από τη συλλογή: «ΘΥΕΣΤΕΙΑ ΔΕΙΠΝΑ» 

                                                     
                                           


ΜΑΡΑΘΗΚΕ Ο ΑΜΑΡΑΝΤΟΣ
Μαράθηκε ο αμάραντος στο γκρίζο  σκαλοπάτι
Φαρμάκια το ποτίσανε το άνθος της αγάπης.
Με χρυσά δάκρυα αυγερινού τον λούζει η αυγή.
Αχ, δεν μπορεί ν'αναστηθεί τον πνίξαν οι καημοί.

Βγάζει βαρύ αναστεναγμό και τρέμει το φεγγάρι.
Ποιος έχει χείλη να το πει και μάτια να τον κλάψει;

Φύσηξε άνεμος τρελός με μαύρα καραβάνια 
Πήρε της γης μας  τον ανθό τ'άξια παληκάρια

Για μια αγάπη καίγεται,για ένα γάμο λιώνει
Κι ένα μαντίλι  μισεμού τον κατακεραυνωνεί.

Λύγισαν τα ψηλά βουνά απ'το μεγάλο πόνο,
Μαράθηκε ο αμάραντος στο τόπο.
Κορίτσια  πήραν μακρινά, λεβέντες τα πελάγη
Στα αλώνια της παλικαριάς θεριεύει  το χορτάρι.



Από τη συλλογή: «ΑΠΕΙΡΩΤΑΝ»







                                                    
Σ' ΑΥΤΟ ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΚΑΤΟΙΚΟΥΣΕ Η ΑΓΑΠΗ ΜΟΥ
Σ' αυτό το πέτρινο σπίτι ερωτεύτηκα κάποτε.
Έτρεχα κοντά του σαν σ' ένα κρυφό ακρογιάλι.
Σ' αυτό το μικρό κάστρο, κατοικούσε η αγάπη μου.
Σ' αυτό το φρούριο έκαμα τον πιο γαλήνιο ύπνο του κόσμου
Πολιορκημένος από έναν παράξενο φρουρό.
(Όταν άνοιγα τα μάτια εκείνη και η πανσέληνος
στέκονταν πάνω από το κεφάλι μου και μου χαμογελούσαν).
Ερχόμουν τις νύχτες με ή χωρίς φεγγάρι
Κυνηγημένος από τα σκυλιά, από τα δίποδα και τις σκιές.
Η πόρτα ήταν πάντα ανοιχτή
Ενώ το σπίτι ήταν πάντα συνοφρυωμένο
Με φρύδια κρεμασμένα σαν ένας ηθικότατος παππούς
Με παρακολουθούσε με μάτια πολεμίστρες,
Έτοιμα να σπινθηρίσουν να με τυλίξουν στις φλόγες.
Οι μέρες μου ήταν όλες ανυπομονησία
Οι νύχτες μου φορούσαν ένα διακοσμημένο φόρεμα με διαμάντια άστρων.
Τις μέρες της κλοτσούσα για να 'ρθει η νύχτα
Για να σκαρφαλώσω στο πιο ψηλό παράθυρο
εκεί που σκαρφάλωνε μόνο το φεγγάρι
Και από κει στο ζενίθ της ευτυχίας.
Σ' αυτό το πέτρινο σπίτι κατοικούσε η αγάπη μου.
Από τη στιγμή που το εγκατέλειψε η αγάπη έμεινε ακατοίκητο,
Κάθε μέρα καταρρέει, γκρεμίζεται
Λες και μόνο η αγάπη το κράταγε στο πόδι.
Όλες αυτές τις πέτρες θα ήθελα να τις φορτώσω στους ώμους μου
Σαν πολύτιμους λίθους, τους λίθους της αγάπης μου.
Από τη συλλογή: «ΟΙ ΠΡΟΣΕΥΧΕΣ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ»


                                                   
                                                      
                                                                   



                                                           
                                     
                                              

ΕΡΓΟΓΡΑΦΕΙΑ


ΜΕΡΙΚΑ ΑΠΟ ΤΑ ΕΡΓΑ ΤΟΥ

Εξέδωσε εφτά ποιητικές συλλογές στα αλβανικά και διάφορα  πεζογραφήματα στον τύπο. 
Μερικές από τις συλλογές του είναι:
«Στη γη των προγόνων»,  1977                                                   
  «Χειραψίες»,   1984                                                                                           
                       
«Στροβιλίζει η φουστανέλα»,    1987                                                              
       
  «Ξόδεψα όλα τα χρώματα»,
ΗΟ CΟΝSUΜΑΤΟ ΤUΤΤΙ Ι CΟLΟRΙ,  Ιταλία   1994                                                     
  
«Ναυαγοί στη Μοναξιά» και                                                                                       
   «Λεβεντοηπειρώτικα»,  ποιήματα,       1996                                                                                                                                                                                                     

   
         
                                                                            
                   
 «Στην όχθη του σκοτωμένου χρόνου», διηγήματα,  1999      
                                                
 «Πάνθεον για θυσιασμένες αγάπες», 2005                                                                            

«Η ΕΚΤΡΩΣΗ», μυθιστόρημα ,2005                                                                                   


«Φλωροκαπνισμένο δαχτυλίδι μιας παλιάς θλίψης»      ποιήματα και πεζά.   2010                                                                           
                                                                                           
«ΜΙΚΡΟΓΡΑΦΗΜΑΤΑ» πεζά,   e-book    2014                                                          
       






Μεταγλώττισε στα αλβανικά Έλληνες ποιητές και ανθολόγησε Βορειοηπειρώτες ποιητές που περιελήφθησαν στις :
«Ανθολογία Ελληνικής Ποίησης»,  Αλβανία  1986                                                         
   
«Ανθολογία Βορειοηπειρωτικής Ποίησης – Εξόριστη Ποίηση», 1996       
                       


«Οι Ληστές του Ήλιου» και  «Το κενό της απουσίας»,  ποιήματα και πεζοτράγουδα,1998                                   
        







ΚΡΙΤΙΚΕΣ




ΜΕΡΙΚΕΣ ΑΠΟΨΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟ ΕΡΓΟ
Η ΜΟΥΣΙΚΗ ΤΗΣ ΨΥΧΙΚΗΣ ΤΟΥ ΕΚΦΡΑΣΤΙΚΗΣ
Ειλικρινά και απλά, δίχως παραχωρήσεις στη μεγαλοστομία, θέλω να πω ότι είναι τιμή μου να προλογίζω βιβλίο του Πέτρου Τσερκέζη. Για όλους όσους γράφουμε ελληνικά η γλώσσα είναι το άθλημά μας, η αυτονόητη μαστορική της έκφρασής μας. Στη γλώσσα του Τσερκέζη λαμπυρίζει επιπλέον, σε κάθε παραμικρή πτυχή της, κάτι σαν χαρά: Το σπαρτάρισμα μιας συγκίνησης, καθαρά γλωσσικής, για το χάρισμα να σωθεί στην ψυχή του η ελληνική λαλιά σε χρόνια εφιάλτη, χρόνια τρόμου, διωγμού, απανθρωπιάς. Ακόμα και όταν τύπωνε ποιητικές συλλογές στα αλβανικά, ο Βορειοηπειρώτης Τσερκέζης στα ελληνικά τεχνουργούσε τη μουσική της ψυχικής του εκφραστικής.
      Φυσικά και δεν έχει να κάνει με εθνικισμούς και σοβινιστικά ψυχόρμητα αυτή η ελληνικότητα. Τρόμος που γράφω τη λέξη, να φυλαχτεί αλώβητη από ιδεολογικούς κρετινισμούς. Στο γλωσσικό δέος του Βορειοηπειρώτη είναι ψηλαφητή η αίσθηση και η χαρά για μια ποιότητα που φτάνει παραδομένη από γενιά σε γενιά, τρεισήμισι χιλιάδες χρόνια, ποιότητα εξανθρωπισμού του ανθρώπου. Χαμόγελο αδιόρατο κούρου αρχαϊκού, φως στο αυλάκι δωρικής κολόνας, βεβαιότητα ανάστασης στην εικόνα του εσταυρωμένου Χριστού.
       Γι’ αυτή την ελληνικότητα μπόρεσε να αντέξει η ψυχή του τον εφιάλτη του Ενβέρ Χότζα. Ασήκωτη μόνο η κατοπινή απογοήτευση: Να ξεπατρίζεσαι για να βρεθείς στην πατρίδα και στην πατρίδα να πληρώνεις την ελληνικότητα με βάναυση προσφυγιά. Ο διωγμός στην Αλβανία τιμούσε τον Έλληνα. Να σε δέχονται στην Ελλάδα σαν Αλβανό δεν υποφέρεται.
     Θα έλεγα τον Πέτρο Τσερκέζη ήρωα και μάρτυρα εκείνης της ελληνικότητας που μένει ατόφια αρχοντιά. Αλλά οι λέξεις έχουν αδειάσει από το βιωματικό τους φορτίο, θα ηχούσαν «ωσεί λήρος» τα ρήματα. Παρακαλώ τον αναγνώστη να τιμήσει το αφήγημα του Πέτρου Τσερκέζη με την προσοχή και τον σεβασμό του.
Χρήστος Γιανναράς
    Σεπτέμβρης 2005
Πρόλογος του μυθιστορήματος «Η ΕΚΤΡΩΣΗ».
     



«ΤΡΕΛΗ ΧΟΡΩΔΙΑ ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΓΛΟΙΩΔΗ ΟΥΡΑΝΟ»
Είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον το βιβλίο που έφτασε στο γραφείο μου, συστημένο από τον Αλέκο Χατζή. Συγγραφέας του, ο Πέτρος Τσερκέζης, Βορειοηπειρώτης από την Πολύτσανη Πωγωνίου, πτυχιούχος της αλβανικής και ρωσικής φιλολογίας του Πανεπιστημίου των Τιράνων, καθηγητής στο σχολείο και στο Πανεπιστήμιο του Αργυροκάστρου, σήμερα κάτοικος Κύπρου. Το μυθιστόρημα του, που τιτλοφορείται «Η Έκτρωση» (εκδόσεις Διηνεκές) δεν έχει σχέση με τη μετανάστευση ή με τα προβλήματα των ομογενών στη «μητέρα πατρίδα». Εκτυλίσσεται τη δεκαετία του 80, πεσούσης της δικτατορίας του Ενβέρ Χότζα, και παρακολουθεί έναν άντρα μπλεγμένο στα γρανάζια της εξουσίας, ένα στέλεχος του κόμματος, κάτω από τη δαμόκλειο σπάθη του ολοκληρωτισμού. Είναι την αλβανική εμπειρία που αποτυπώνει εδώ ο Τσερκέζης: τα πλήγματα και τις επιπτώσεις της γραφειοκρατίας και του δογματισμού, την αλλοίωση των προσωπικοτήτων, την αλλοίωση των αισθημάτων. «Σε μια δικτατορία δεν υπάρχει έξοδος κινδύνου», σημειώνει ο συγγραφέας. «Κανένα φως δεν σε προειδοποιεί με την  κραυγαλέα επιγραφή «exit, exit». Η θα κατεβάσεις το κεφάλι, θα υποταχτείς, θα γίνεις κωφάλαλος, θα κλειστείς στο καβούκι σου και θα ζήσεις ζωή ερημίτη ή θα συνωμοτήσεις μαζί της σαν συνένοχος ή θα κηρυχτείς αντίπαλος και εχθρός της και θα τυλιχτείς στις φλόγες της κόλασης». «Μυθιστόρημα μιας ολοκληρωτικής πτώσης», η «Έκτρωση» μας εξοικειώνει με τη «διαφορά» του ελληνοαλβανικού βιώματος σε σχέση με τα αντίστοιχα ελληνικά πρότυπα και κώδικες, και μας μαθαίνει να τη σεβόμαστε, τολμηρή μαρτυρία για μια ασφυκτική εποχή (για μας, εν πολλοίς αδιανόητη), επιζητεί να σπάσει τη σιωπή, με την οποία υποδέχεται η «μητέρα – πατρίδα» τις καλλιτεχνικές προσπάθειες του Ελληνισμού της Αλβανίας. Ας ρίξουμε μια ματιά μέσα από τη χαραμάδα που ανοίγει το βιβλίο του Πέτρου Τσερκέζη. Αξίζει τον κόπο.

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΣΧΙΝΑ
ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ  




                                                                          
“Η ΕΚΤΡΩΣΗ”
ΕΝΑ ΑΞΙΟΛΟΓΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ - ΜΑΡΤΥΡΙΑ
Στις μέρες μας, όπου σε πλείστους τομείς των τεχνών βομβαρδιζόμαστε με ένα σωρό προϊόντα υποκουλτούρας (τηλεόραση, στίχοι, μουσική, θέατρο, λογοτεχνία), το βιβλίο του Πέτρου Τσερκέζη, Η ΕΚΤΡΩΣΗ, έρχεται να μας φέρει μια αχτίδα ελπίδας ότι ακόμα γράφονται μυθιστορήματα σε όμορφο Ελληνικό λόγο, λόγο πλούσιο που γοητεύει, κτισμένο με μοναδική μαστοριά, ένα λόγο που επάξια δικαιούται να ονομάζεται λογοτεχνία! (Τέχνη του λόγου).
Και το εκπληκτικό είναι ότι, όπως μου εκμυστηρεύτηκε ο ίδιος, μόνο μέχρι τα δέκα του χρόνια διδάχτηκε την Ελληνική γλώσσα σε κάποιο Ελληνικό σχολείο στην περιοχή του Αργυροκάστρου, όπου γεννήθηκε και μεγάλωσε, μέσα σε δύσκολες συνθήκες.
Είναι μέσα σε αυτές τις δύσκολες συνθήκες, που συνέλαβε την ιδέα να γράψει το έργο του, συνθήκες στυγνού καθεστώτος στην Αλβανία επί Ενβέρ Χότζα, όπου τοποθετείται χρονικά και ιστορικά Η ΕΚΤΡΩΣΗ.
Ο Βορειοηπειρώτης συγγραφές σημειώνει στον πρόλογό του:
"Σε μια δικτατορία δεν υπάρχει έξοδος κινδύνου. Κανένα φως δε σε προειδοποιεί με την κραυγαλέα επιγραφή "EXIT, EXIT". Η θα κατεβάσεις το κεφάλι, θα υποταχτείς, θα γίνεις κωφάλαλος, θα κλειστείς στο καβούκι σου και θα ζήσεις μια ζωή ερημίτη ή θα συνωμοτήσεις μαζί της σαν συνένοχος ή θα κηρυχτείς αντίπαλος και εχθρός και θα τυλιχτείς στις φλόγες της κόλασης".
Μέσα από την πορεία της ανέλιξης του ήρωα του, ο Πέτρο Τσερκέζης ξεδιπλώνει τις τραγικές πτυχές της Αλβανικής δικτατορίας, καταθέτοντας την δική του μαρτυρία για ένα στυγνό τυραννικό καθεστώς που το έζησε από πρώτο χέρι.
Περιγραφές σαν αυτή του διανοούμενου συγγραφέα Πασκάλ Κ. που το ένα βράδυ το θεατρικό του έργο αποθεωνόταν από το κοινό και τι επόμενο βράδυ κοβόταν κακήν κακώς από τον Γραμματέα του Κόμματος, δεν είναι άγνωστες σε ανθρώπους που έζησαν σε παρόμοιου τύπου κόμματα ή καθεστώτα, όμως με μια διαφορά:
-         Στις μέρες μας το τίμημα για το "σήκωμα του κεφαλιού" είναι απλώς η απομάκρυνση ή η περιθωριοποίηση του "ταραξία", ενώ τότε επί Ενβέρ Χότζα, ήταν η ίδια η ζωή του.

Δικτάτορες, χαφιέδες, αυλοκόλακες, βολεμένοι, γραφειοκράτες, καιροσκόποι κλπ, είναι τα εκτρώματα τέτοιων καθεστώτων που ο συγγραφέας με την ΕΚΤΡΩΣΗ του, έρχεται να ενώσει τη φωνή του με όσους αγωνίζονται για ένα καλύτερο αύριο!
ΔΗΜΟΣ ΑΝΤΡΕΟΥ - συγγραφέας, σεναριογράφος της πετυχημένης τηλεοπτικής  κωμικής σειράς "Ιστορίες του Χωρκού"  που προβάλλεται επί 11 χρόνια από το τηλεοπτικό κανάλι του ΡΙΚ 



Μάριο Τρουφέλλη, κριτικός, Ιταλία
Η ΠΟΙΗΣΗ ΠΡΑΞΗ ΠΑΡΗΓΟΡΙΑΣ

 Στην ποίηση βρίσκει τον συνεργό που τον βοηθά να ελευθερωθεί από όλο το βάρος των νοσταλγικών των γλυκόπικρων επιθυμιών για χαμένα όνειρα. Η ποίηση σαν πράξη παρηγοριάς είναι πάντα σε σύγκρουση με τις ανησυχίες του καιρού που περνά. Καίει την ψυχή η αγωνία για το πεπρωμένο του ανθρώπου και της πατρίδας του, των πατρίδων του, ενώ τον κάνει αυθάδη το σύμβολο της ελπίδας. Όχι, ο Πέτρο Τσερκέζης δεν είναι ένας απελπισμένος άνθρωπος, είναι ένας θλιμμένος ποιητής, μελαγχολικός, που εμφυτεύει όλη την υπαρξιακή αδημονία στην οδύνη για το χαμό των ιδανικών, της στοργής, των αξιών, της νοσταλγίας για μια αθωότητα που είναι δύσκολο να ανοικοδομηθεί. "Καθημερινά κάτι γκρεμίζεται / στο στροβίλισμα του χρόνου" και "φτάνει έτσι αναπάντεχα ο θάνατος των ονείρων". Αυτός ο οίκτος μέσα στους απλούς και διανοητικούς στίχους του Πέτρου, είναι θλίψη για τους μίζερους ζωντανούς που είναι πιασμένοι στα γρανάζια της αμνησίας. Θλίψη για τις μικρές χώρες όπου ακόμα και "τα σπουργίτια νιώθουν ορφανά στα παράθυρα των σπιτιών". Θλίψη για τα αμετανόητα μηνύματα συμπαράστασης αφημένα με αγάπη και χαμένα στην οκνηρία της καρδιάς. Τώρα ο ποιητής είναι μόνος, το καθήκον μεγαλώνει, η ποίηση γίνεται κραυγή ενάντια στην αδιαφορία του ανθρώπου, της βιαιότητάς του. Συχνά, την ίδια στιγμή ο λόγος ξεχύνεται για να ευλογήσει ή να καταραστεί, μα σίγουρα το αίσθημα που τον εκφράζει είναι ειλικρινές, συνειδητό. Η θλίψη για τα λάθη των άλλων είναι κρυμμένη στο "τσόφλι της ελπίδας". Και σ' αυτό το σημείο τι θα πει ο Πέτρο Τσερκέζης αν δηλώσω ότι, μάλλον υποσυνείδητα, η ποίησή του είναι εμψυχωμένη από μια διακριτική θρησκευτική έμπνευση;

1994

Από τον πρόλογο της ποιητικής συλλογής  «Ho consumato tutti i colori», «Ξόδεψα όλα τα χρώματα», Ιταλική έκδοση.





Κώστας  Μόντης, ποιητής, Κύπρος

"Η ποίησή σου βγαίνει από μια βασανισμένη, αλλά περήφανη ψυχή. Η λυρική σου φωνή με την ελληνικότητά της μας φέρνει τον αέρα "της μικρής αδερφής" όπως την τραγουδούσαμε στα θρανία του σχολείου. Αυτή εκφράζει αυθεντικότατα την τραγωδία του σπαρασσόμενου ελληνισμού και τις αδικίες της ιστορίας, όμοια με της νέας σου πατρίδας που αποκόμισες.
Με όλη τη δραματικότητά της η ποίησή σου φέρνει μια χαρούμενη αύρα τραγουδιού. Εκεί που ο ελληνισμός αδικήθηκε πολύ η ποίηση θεριεύει. Χαίρε ποιητή".



Για τις ποιητικές συλλογές:
«Ναυαγοί στην μοναξιά»,
«Λεβεντοηπειρώτικα»,
«Οι ληστές του ήλιου»,
«Το κενό της απουσίας»



Ισμαήλ Κανταρέ, συγγραφέας, Αλβανία
Για το μυθιστόρημα
"Η ΜΑΤΩΜΕΝΗ ΚΟΙΛΑΔΑ ΤΟΥ ΦΕΓΓΑΡΙΟΥ".
(ανέκδοτο)
Το αφήγημα του Π. Τσερκέζη είναι ένα πολυεδρικό μυθιστόρημα με το θέμα της γης, του αιώνιου ανταγωνισμού των χωρικών με τους γαιοκτήμονες, τους τσιφλικάδες. Ο καθένας έχει το μερτικό του της ενοχής, των βάσανων, της πίκρας και του πεπρωμένου. Σ' αυτή την Προμηθεϊκή πάλι ο φόρος του αίματος είναι βαρύς. Το θέμα της γης έχει οργωθεί από πολλούς, έχει πολύ πειρασμό  και μπορεί να σε παρασύρει σε πολλές παγίδες, ο Τσερκέζης όμως φέρνει το δικό του σιτάρι, το δικό του αλεύρι, πιάνει τη δική του ζύμη και μας προσφέρει το δικό του αχνιστό ψωμί από μια γόνιμη γης με μύθους και ιστορία, συνδυάζει τα στοιχεία του τραγικού με αυτά της καθημερινότητας. Το έργο είναι ένα κοινωνικό ταμπλό με  έντονα χρώματα,  ένας απέραντος κάμπος που τον οργώνει το αλέτρι ως τις πιο βαθιές ρίζες, δίνοντας χαρακτήρες και τοπία της εποχής των μεγάλων συγκρούσεων…
      Οι ήρωες έχουν έναν αέρα λεβεντιάς και παλικαριάς που σου θυμίζουν Καζαντζάκη, από μια πασίγνωστη μειονοτική περιοχή όπως είναι η Δερόπολη. Τους Δροπολίτες τους ήξερα από τα παιδικά μου, έρχονταν να πουλήσουν τα προϊόντα τους στο παζάρι του Αργυροκάστρου. Αυτοί ξεχώριζαν από τους πραματευτές των άλλων περιοχών, προπαντός οι γυναίκες, οι οποίες διακρίνονταν όχι μόνο από τις παραδοσιακές φορεσιές, αλλά κυρίως από το ήθος και την αρχοντιά τους. Οι άντρες στην πλειοψηφία δούλευαν την ξενιτιά, άλλο δράμα που το αγγίζει εκ βάθος ο συγγραφέας… Ο μύθος και η πραγματικότητα είναι συμπυκνωμένα και εμπλουτισμένα ρεαλιστικά στο κείμενο.
Μια λυρική πνοή, με καμπίσια δροσιά που ευαισθητοποιεί και γεμίζει την ψυχή κάθε ανθρώπου. Και στον πεζό λόγο ο Τσερκέζης είναι ποιητής. Η πεζογραφία του είναι κατάμεστη από εικόνες και σύμβολα συνδυασμένες αρμονικά με ρυθμούς που σου χαρίζουν ένα αίσθημα αισιοδοξίας. Πετραδάκια, πετραδάκια επιλέγει τις λέξεις ο ποιητής σχεδιάζοντας έτσι το ψηφιδωτό του που λαμποκοπά από χρώματα βιτρώ, ανοιξιάτικη ανθοφορία, πράσινη βλάστηση ακροποταμιάς και γαλανάδα σαν η ειλικρίνεια των ματιών που ξέρουν να προσφέρουν ό, τι πιο πολύτιμο υπάρχει. Μια εύστοχη πένα με το πρώτο κιόλας πεζογράφημα. 
1984



Γιώργος Μολέσκης, ποιητής, Κύπρός 
ΤΟ ΟΡΑΜΑ ΕΝΟΣ ΕΛΕΥΘΕΡΟΥ ΚΟΣΜΟΥ
Το βιβλίο αποτελείται από δυο συλλογές, τους "Ναυαγούς στη μοναξιά" και τα "Λεβεντοηπειρώτικα". Όπως φαίνεται και από τους τίτλους, στην πρώτη συλλογή κυριαρχεί το λυρικό στοιχείο και ο στοίχος είναι περισσότερο ελεύθερος, ενώ στη δεύτερη συλλογή κυριαρχεί το δημοτικό στοιχείο και ο στοίχος είναι περισσότερο παραδοσιακός, με πολλές αναφορές στη λαϊκή παράδοση της Βορείου Ηπείρου. Τα πράγματα, ωστόσο, είναι σχετικά, γιατί αναφορές στον παραδοσιακό στοίχο και στη λαϊκή παράδοση έχουμε και στην πρώτη συλλογή, ενώ το λυρικό στοιχείο διαπνέει και τη δεύτερη συλλογή.
Ο λυρισμός είναι, όπως αναφέρθηκε, το κυρίαρχο στοιχείο της ποίησης του Πέτρου Τσερκέζη. Πρόκειται για ένα λυρισμό γνήσιο, που δονεί την ψυχή του ποιητή και την κάνει να τραγουδά. Συχνά το τραγούδι του σε κάνει να σκέφτεσαι με μεταφορές και να σου θυμίζει το τραγούδι του πουλιού, που τραγουδά μέσα στο κλουβί τον κόσμο της ελευθερίας, μέσα από τη σκλαβιά του το όραμα και το ιδανικό ενός άλλου κόσμου. Υπάρχει εδώ και το πολιτικό στοιχείο, που παραπέμπει στις συγκεκριμένες συνθήκες μιας χώρας που η δικτατορία την κράτησε χρόνια στο ψέμα και την έθρεψε με απατηλά όνειρα, τα οποία στο τέλος κανένας δεν πίστευε. Υπάρχει ωστόσο, και η υπέρβαση του στοιχείου αυτού, τα μηνύματα γίνονται κοινωνικά και πανανθρώπινα, η δίψα της ελευθερίας καθολική.
Εκείνο που είναι ιδιαίτερα σημαντικό είναι ότι παρά τις διαψεύσεις που βίωσε ο ποιητής, παρά το θάνατο που είδε ιδανικών, σ' αυτά που κάποτε πίστεψε, η ποίησή του δεν είναι απαισιόδοξη, ο κόσμος του δεν είναι σκοτεινός και αδιέξοδος. Διαρκώς αισθάνεσαι ότι το ιδανικό υπάρχει, το όραμα ζει και προς αυτό έχει στραμμένη την ψυχή του ο ποιητής, πιστεύοντας και ελπίζοντας. Το όραμα ενός κόσμου φωτεινού και ελεύθερου τρέφει, σε τελευταία ανάλυση, την ποίησή του.
Νοέμβριος 1996
Για τις συλλογές: «Ναυαγοί στη μοναξιά» και «Λεβεντοηπειρώτικα»





Θανάσης Ντίνος, συγγραφέας,                                                                                              Αργυρόκαστρο, Αλβανία
ΤΑ "ΛΕΒΕΝΤΟΗΠΕΙΡΩΤΙΚΑ" ΤΟΥ Π. ΤΣΕΡΚΕΖΗ
Αυτό το βιβλίο του Βορειοηπειρώτη ποιητή Πέτρου Τσερκέζη μας ξετυλίγει το δράμα ενός κομματιού ελληνικής γης και μιας χούφτας ανθρώπων της. Μια γνήσια και αυθεντική φωνή μας φέρνει κοντά τη σύγχρονη δραματική ποίηση των Ελλήνων του πονεμένου τόπου μας.
Ερχόμενος από αποκομμένους τόπους, με τραγικά σύνορα και συρματοπλέγματα (το Πωγώνι και "Παλαιοπωγώνι"), δε γνώριζε ότι θα 'κανε ένα μεγάλο άλμα, από τα κακοτράχαλα βουνά της Ηπείρου σο νησί της Αφροδίτης. Δε γνώριζε ότι θα 'παιρνε το δρόμο για άλλα αποκομμένα σύνορα και φαρμακερά αγκάθια. Ο αποκομμένος ελληνισμός σακατεμένος και ακρωτηριασμένος. Καλοί οι Ελλαδίτες της Μητρόπολης, ίσως, όμως, καλύτεροι είναι εκείνοι που έχουν παραμείνει έξω, οι απόδημοι. Οι ποιητές βοηθούν για να συνεννοηθούν και να συνδεθούν πιο εύκολα αυτά τα μέρη, υψώνοντας το ανάστημά τους πάνω από τις ανησυχίες της καθημερινότητας.
Η μαρτυρία του Τσερκέζη είναι επεκτεινόμενη σε χρόνια και καιρούς , σαν να θέλει να κάνει μια αισθητική χειρουργική σ' αυτή τη γης, που είναι σταυρωμένη και καταγραμμένη σε τέσσερις συλλογές, συγκεντρωμένες σε μια. Το χέρι του λογοτέχνη, το οποίο έχει καλλιεργήσει νωρίς την ποίηση, είναι αντάξιο να χρησιμοποιήσει και άγνωστα νυστέρια, σύγχρονα, από εκείνα που λαμποκοπούν και φωτοβολούν από τις δυο κόψεις.
Η νέα συλλογή παρουσιάζεται και με πεζογραφήματα. Πολύγλωσσος και πολύφωνος ο ποιητής. Με σκίτσα και φιλοσοφικά δοκίμια, όπως θα ταίριαζε καλύτερα σ' έναν καλλιεργητή του στίχου. Όπως και στις άλλες συλλογές, σοβαρότητα και κυρίως ειλικρίνεια στην αφηγητική έκφραση. Δεν μπορείς να προσποιηθείς, προπαντός όταν το παρελθόν δεν έχει περάσει ακόμα και όταν την εποχή της ποίησης αντικαθιστά παράκαιρα εκείνη του δράματος.
Παλαιά και νέα ύλη επεξεργάζεται ο λογοτέχνης και μας την προσφέρει για να ζήσουμε αξέχαστες στιγμές μιας τραγικής αγάπης και ιστορίας.
Οι συλλογές διασταυρώνονται και εισέρχονται η μια στην άλλη, με τρία κυριότερα μοτίβα:
Α) Την ανακάλυψη της αρχαιότητας, εγκωμιάζοντας  την παλικαριά και τα δρώμενα των καιρών,


Β) Την ανακάλυψη του ποιητή που βγαίνει από ένα σύστημα και βαδίζει σ' ένα άλλο δίχως να αυτοπροδοθεί και αλλοιωθεί και
Γ) Την ανακάλυψη της Ελλάδας με όλη τη μεγαλοπρέπειά της, η οποία ρέει στο αίμα του και στη γεωγραφία της ταυτότητάς του.
Η Ελλάδα είναι ένα ορυχείο πολύτιμων λίθων, για την οποία έχεις ακούσει και διαβάσει πολλά. Η αγάπη γι αυτή γεννάει το ωραιότερα και ωριμότερα ποιήματα. Αυτός είναι ο ορυκτός πλούτος, ο πιο πολύτιμος θησαυρός του ποιητή για τον οποίο διψούσε πάντα η ψυχή του.
Είναι και μια άλλη ανακάλυψη, η τέταρτη, αυτή της Κύπρου. Σε 'κεινο τον τόπο, με αρχαία και νέα δράματα, που μοιάζουν με της γης απ' όπου κατάγεται ο δημιουργός, το αλέτρι συνεχίζει να οργώνει. Αυτό οργώνει και ο αχνός που βγαίνει από τη γη, μεθυστικός και μαγεμένος, είναι ο αέρας που βοηθά να φυτρώσουν τα σπαρτά και να ωριμάσει ο καρπός. Και σαν ωρίμασε, έγιναν αυτά τα "Λεβεντοηπειρώτικα" τραγούδια.
Αύγουστος 1995
   
Για τις συλλογές:
«Ναυαγοί στη μοναξιά»,
«Λεβεντοηπειρώτικα»,
«Οι ληστές του ήλιου», 
«Το κενό της απουσίας»








ΣΧΚΡΑΤΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ
Δημοσιογράφος, Αργυρόκαστρο
ΣΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ ΚΑΙ ΚΟΝΤΑ ΣΤΟ ΛΑΟ
Κρατώ στο χέρι το βιβλίο του φίλου μου και χαίρομαι. Διαβάζω τη συλλογή και βρίσκω εκεί τα μεγάλα όνειρα ενός λαού που ονειρευότανε της Ευρώπη και τον κόσμο μέσα από τα συρματοπλέγματα, συρματοπλέγματα που μάτωναν την ψυχή μας, κουρελιασμένες χαρές, ξεψυχισμένα όνειρα, μια αιώνια φυλακή  κι εμείς βυθισμένη στη μοναξιά μας. Είχαμε όνειρα, «αχ, τι ωραία πουλιά τα όνειρά μας», μα δεν πέταξαν πέρα στον κόσμο. Το νήμα της ζωής μας ήταν μόνο η αγάπη που μας φώτιζε μέσα στο σκότος το βαθύ, γιατί όπως λέει ο ποιητής «όπου η αγάπη είναι πολύ το σκότος λιγοστεύει».
      Ονειρευτήκαμε μια νέα ζωή στον τόπο μας, χωρίς πίκρα και μίσος, ονειρευτήκαμε ηλιόλουστες μέρες, αγαπήσαμε τρελά τη Λευτεριά μας, θέλαμε απέραντους ουρανούς και φως και όχι «θλιμμένο ψωμί που ζυμώθηκε στο σκαφίδι του πόνου». Μα τίποτα δεν άλλαξε σε τούτο τον τόπο, γιατί «απ’ τα δεσμά της φυλακής πέσαμε στο χαλάζι».
      Ένα μεγάλο μήνυμα μας δίνει ο ποιητής: «Γονατίστε και προσκυνήστε στον ιερό ναό της αγάπης για να οικοδομήσουμε έναν ωραίο κόσμο».
      Ο στίχος του Πέτρου Τσερκέζη έχει νεύρο, ωστόσο τον καλύτερο του εαυτό τον βρίσκει όταν μιλά για το Πωγώνι με τα κορφοβούνια του, για την καμαρωτή Νεμέρτσικα, για τις μαρμαρένιες βρύσες με τα γάργαρα νερά που γλυκο-κελαρύζουν.
      Διαβάζοντας τα «Λεβεντοηπειρώτικα» ζούμε τα καρδιοχτύπια του ποιητή, για τον τόπο μας που αιώνια διψούσε και πεινούσε, που είχε όλα τα αγαθά και μπορούσε να βγει στο φως. Όμορφες αντιθέσεις χρησιμοποιεί ο ποιητής. «Διψά η γη μας για νερό και την ποτίζουν αίμα».
     Ο ποιητής βρίσκεται εντελώς μέσα στο πνεύμα της εποχής, παράλληλα όμως βρίσκεται και πολύ κοντά στο λαό.
1998
Για τις συλλογές:
«Οι ληστές του ήλιου», 
«Το κενό της απουσίας»


ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΖΩΤΟΣ
Μελετητής, Ιωάννινα
ΜΙΑ ΞΕΧΩΡΙΣΤΗ ΘΕΣΗ ΣΤΗΝ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗ ΖΩΗ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣ
Απόσπασμα από επιστολή
     Πρέπει, όμως με την ευκαιρία, να σε διαβεβαιώσω για τα αισθήματα αγάπης και εκτίμησης που τρέφω προς το πρόσωπό σου και τα οποία δεν προέρχονται μόνο από των συγγενικών και χωριανικών μας δεσμών, αλλά και από την αντίληψη, ότι εσύ εκπροσωπείς ότι το καλύτερο και δημιουργικότερο έχουν να παρουσιάσουν οι νεότερες γενεές των Πολυτσανιτών. 
Το ποιητικό και συγγραφικό σου έργο είναι τέτοιας ποιότητας και αξίας που δικαιολογημένα πιστεύω κατέχει ήδη μια ξεχωριστή θέση στην πνευματική και πολιτιστική ζωή του τόπου μας.
Είμαι βέβαιος, πως η πνευματική σου συγκρότηση και παιδεία, ο νηφάλιος νους, ο ακέραιος χαρακτήρας και η δημιουργική παρουσία σου στα γράμματα θα αποτελέσουν στοιχεία που θα κοσμούν τις πιο λαμπρές σελίδες της ιστορίας του μέλλοντος του τόπου μας.

Ιωάννινα 20-1-2002




Αλέκος Χατζής, δημοσιογράφος, Αθήνα
Αστείρευτη πένα ποιητικής δημιουργίας
Νέο βιβλίο από τον Β/Ηπειρώτη συγγραφέα που πορεύεται σήμερα στο νησί της Αφροδίτης
Ο πληθωρικός και ο ακράτητος δημιουργός του πεζού και φτερωτού ωραίου λόγου, ο μοναδικός ξανθός συγγραφέας από το βορειοηπειρωτικό πνευματικό οικοδόμημα, ο Πέτρο Τσερκέζης έρχεται σήμερα και παρουσιάζετε στο αναγνωστικό κοινό, από το νησί της Αφροδίτης, με το νέο δέκατο πέμπτο βιβλίο του, το οποίο αναβλύζει μέσα από τα ανήσυχα ερευνητικά σωθικά του με τον εντυπωσιακό τίτλο «Φλωροκαπνισμένο δαχτυλίδι μιας παλιάς θλίψης». Έτσι, με αυτόν τον τίτλο έχει βαπτίσει ο ίδιος ένα από τα βαθυστόχαστα φιλοσοφημένο σύγγραμμά του, το οποίο το έχει τοποθετήσει στην ραχοκοκαλιά  του βιβλίου του.
        Ασφαλώς, το θέμα δεν είναι η θλίψη κάποιου πονεμένου ήρωα. Συμβολίζει μαζί με πολλά άλλα «φλωροκαπνισμένα δαχτυλίδια» τη θλίψη μιας ολόκληρης εποχής, της πενηντάχρονης πέτρινης εποχής, της εποχής εκείνης που κυριάρχησε η πιο στυγνή δικτατορία στη χώρα που η μοίρα επέλεξε να βρεθούμε.
         Αυτή η πέτρινη εποχή ξεκίνησε μεταπολεμικά με το όραμα της ελευθερίας και δημοκρατίας και κατέληξε σε ένα θανατηφόρο κάτεργο. Ο Πέτρος, όπως και σε άλλα προηγούμενα βιβλία του και στο προκείμενο με νέο διαπεραστικό και στοχαστικό πνεύμα ωρίμανσης και έμπνευσης οργώνει βαθιά αυτή την πέτρινη εποχή, φέρνει στο φως πολύμορφες πτυχές ενός σημαντικού κεφαλαίου, το οποίο πολύ λίγο έχει αγγιχτεί στον συγγραφικό λόγο, του κεφαλαίου της ψυχοσύνθεσης του κοινωνικού δράματος. Ενός ιδιόμορφου δράματος, μάλλον μιας τραγωδίας  που παίχτηκε αιμοβόρα όχι κάποια χρόνια αλλά ολόκληρο μισό αιώνα. Το οδοιπορικό της: η θλίψη, οι αιμορραγούσες πληγές στο σώμα και στην ψυχή, τα γκρεμισμένα όνειρα και οι αλυσοδεμένες ψευδαισθήσεις, ο τρόμος και ο φόβος, μια ζωή στο χάος και το έρεβος, κραυγή απελπισίας και απογοήτευσης, λαιμητόμος και θάνατος. Μια χαρακτηριστική εικόνα αυτής της τραγωδίας σκαλίζει ο συγγραφέας στην «Κηλιδωμένη Βιογραφία» όπου στο ξετύλιγμα σε ένα σημείο γράφει: « Μου καταδίκασαν σε θάνατο τις φωνητικές χορδές/και μου αποκεφάλισαν το πνεύμα». Σε αυτό το μουντό κόκκινο ταμπλό το πιο μοιραίο κομμάτι διαδραματίστηκε για τον μειονοτικό δικό μας κόσμο, για τον Ελληνισμό μας.
        Μιλώντας μεταφορικά, η πένα του Πέτρου «αγάπησε» την παγερή θλίψη  αυτής της πέτρινης εποχής που περισσότερο την έζησε στην πέτρινη πόλη, στο Αργυρόκαστρο, και τη σκιαγραφεί με τα χρώματα που της ταιριάζουν, τα χρώματα του Άδη. Και αυτή τη στιγμή, αυθόρμητα, η σκέψη μου τρέχει μακριά και μου έρχεται στο νου  ο Γκόρκη,

 ο οποίος έχει διατυπώσει για τον Ντοστογιέφσκι ότι: «Ο Ντοστογιέφσκι αγάπησε τον ανθρώπινο πόνο», γι’ αυτό όλοι οι ήρωες του  είναι δυστυχισμένοι.
          Μήπως γέλασαν ποτέ τα χείλη του δικού μας κόσμου; Μήπως έπαψαν να κυλάνε ποτάμι τα δάκρυα από τα μάτια του; Την απάντηση μας την δίνει ο μεγάλος δάσκαλος του λόγου, ο κορυφαίος μας συγγραφέας, ο Μιλτιάδης Οικονομίδης; «Που να την έβρισκε τη χαρά ο δυστυχισμένος αυτός λαός; Αυτή η δυστυχία  έχει  δημιουργήσει «την μοιρολατρική ψυχική του διάπλαση, αυτό το πολυκύμαντο, ποτισμένο με δακρυσμένους ήχους  λαϊκό τραγούδι που σπαράζει τα τοιχώματα του κλαρίνου και παρηγορείται η πληγωμένη ψυχή του».
         Αυτή τη θλίψη της πολυπαθημένης  ψυχής του με τις τρομερές διαστάσεις που καλλιέργησε η πέτρινη εποχή σκιαγραφεί με τρανταχτά χρώματα ο Πέτρος στο βιβλίο του «Φλωροκαπνισμένο δακτυλίδι μιας παλιάς θλίψης», όπου η ποιητική του φλέβα, όπως δηλώνει ο ίδιος αναβλύζει από  τα μονοπάτια του λαϊκού τραγουδιού, από την μεγάλη αγκαλιά της λαϊκής παράδοσης, από την μοιρολατρική ψυχική του διάπλαση. Θα μου επιτρέψει ο Πέτρος να προσθέσω και κάτι ακόμα, ότι αυτή η φλέβα, η φλέβα της νεμέρτσικης πένας έχει ένα ριζάρι από το πνευματικό οικοδόμημα των μεγάλων πατέρων μας Οικονομίδη. Αυτοί θα χαίρονταν και θα χειροκροτούσαν σήμερα περισσότερο από τον καθένα αν διάβαζαν τις πινελιές του ταλαντούχου τέκνου αυτής της φύτρας, του αγαπητού μας Πέτρου Τσερκέζη.
          Το «Φλωροκαπνισμένο δακτυλίδι μιας παλιάς θλίψης» με κεντρικό θέμα την πέτρινη εποχή θα έλεγα ότι μαζί με τα δύο προηγούμενα βιβλία «Οι ληστές του Ήλιου» και «Στην όχθη του σκοτωμένου χρόνου» συνθέτουν μια ιδιόμορφη τριλογία που ξετυλίγουν  το κοινωνικό βορειοηπειρωτικό δράμα αυτής της εποχής. Βασικά είναι μια ποιητική τριλογία και ας περιλαμβάνει μέσα και πεζά κείμενα, γιατί και αυτά τα κείμενα έχουν κάτι χαρακτηριστικό της πένας του Πέτρου που περισσότερο κλίνουν στην ποιητική μορφή της λογοτεχνικής έκφρασης. Το βλέμμα του Πέτρου είναι βαθιά ποιητικό, ουράνιο και θαλάσσιο, και στη γραφή και στο αντίκρισμα, αλλά πάντα με το στίγμα της Πωγωνίσιας φλέβας.
        Μας εντυπωσιάζει ακόμα και με τον τρόπο που έχει στήσει το βιβλίο. Το «Ευρετήριο» ούτε «Μέρη», ούτε «Κεφάλαια» ξεχωρίζει. Απλώς, μας αραδιάζει κάποιες ξεχωριστές επικεφαλίδες όπως: «Λίθινη εποχή», «Χελιδόνια στον αέρα», «Από την όχθη του άλλου κόσμου», «Τραυματισμένες αθωότητες», «Φλωροκαπνισμένο δακτυλίδι», «Άνοιξε το παράθυρο να σε χαρούμε κόσμε». «Ο δρόμος προς την πατρίδα» και «Ταξίδι για τον θησαυρό». Πέρα όμως από τις διαφορετικές ονομασίες, όπου ασφαλώς και αυτές έχουν την σημασία τους, στο σκέλος της κάθε μιας από αυτές τις επικεφαλίδες δεν υπολείπεται το κεντρικό θέμα.

     Για τους γνωστούς περιοριστικούς λόγους γραφής θα δώσουμε μια εικόνα με τα όσα γράφει στο «Όλοι μας γινήκαμε εχθροί» που συμπεριλαμβάνεται στο «Φλωροκαπνισμένο δακτυλίδι»:
«Μιλούσαμε τόσο πολύ για τους εχθρούς. Θυσιάζαμε την αγάπη μας και τη ζωή μας για τους εχθρούς. Κοιμηθήκαμε μάγουλο με μάγουλο με την παγωνιά, χρόνια οχυρωμένοι στα πολυβολεία, στα κάστρα και την μοναξιά, περιμένοντας τους εχθρούς.
Η φαντασία μας τους έπλαθε με τρομαχτικές διαστάσεις από πέτρα, φωτιά και σίδερο, ενώ εκείνοι ήταν χάρτινοι, από πηλό και από πλαστελίνη. Και το παράξενο ήταν πως σημαδεύαμε τα αδέρφια μας…
Τους περιμέναμε χρόνια στα χαρακώματα μιας εποχής και όταν δεν ήρθαν ξανά φωνάζαμε μέσα στον παροξυσμό μας ενάντια στους εχθρούς. Εκείνοι έρχονταν με το ψωμί και το σταυρό κι εμείς με το δάκτυλο στη σκανδάλη.
Και όταν δεν ήρθαν, ξανά καβαλικεύαμε το άλογο της τρέλας μας, ακονίζαμε τα σπαθιά του μίσους και περιμέναμε μερόνυχτα εκεί, στην άκρη του γκρεμού, κάτω από ένα νεκρό φεγγάρι.
Έπεσαν και τα χιόνια στα μαλλιά μας και τότε δεν είχαμε την τύχη  να τους αντιμετωπίσουμε έστω και για μια φορά τους εχθρούς.
 Όλοι μας γινήκαμε εχθροί από τους εχθρούς.»
Το βιβλίο, ασφαλώς, αγγίζει και άλλες ευαίσθητες χορδές, όπου ο πολυδιάστατος  συγγραφέας, Πέτρος Τσερκέζης, έχει αφιερώσει και στο παρελθόν  ένα μεγάλο κεφάλαιο της δημιουργίας του, τις χορδές της ψυχικής διάστασης. Θυμίζουμε τις συλλογές «Στροβιλίζει η φουστανέλα» και τα «Λεβεντοηπειρώτικα». Τώρα, σε τούτο το βιβλίο  διαβάζομαι μια λυρική δέσμη: «Άνοιξε το παράθυρο να σε χαρούμε κόσμε». Η φλέβα του είναι το τραγούδι και τραγουδάει με όλη τη δύναμη της ψυχής του. Τραγουδάει την αγάπη, τον γλυκό και πικρό πόνο, τα ντέρτια και τους καημούς, αλλά και την ομορφιά τους και το παρήγορο του πολυβασανισμένου μας κόσμου.  
          Αυτά είναι τα όνειρα που σβήσανε. Η αγάπη όμως για τον άνθρωπο, πάντων καιρών, σε χιόνια και λιακάδες, μένει στολίδι της ψυχής του, πυρσός αναμμένος. «Χάθηκαν τα λιβάδια της παιδικής ηλικίας, χάθηκαν και ξεθώριασαν πολλά μέσα στο χρόνο, γράφει ο ποιητής, η αγάπη όμως δε χάνεται». Και ο Πέτρος για την αγάπη έχει πλέξει πολλούς στίχους, πολλά λατρευτά τραγούδια. Ένα απ’ αυτά;

 Οφείλουμε να επισημάνομε επίσης ότι ο  Πέτρος σαν τον μυθικό Ανταίο εάν δεν πατήσει την φτέρνα του στα χώματα της φύτρας του, της Πολύτσανης, του κόβονται τα φτερά. Και το γεγονός που χρόνια τώρα, δηλαδή, μετά την αλλαγή, πορεύεται στο νησί της Αφροδίτης, στην αδελφή μαρτυρική Κύπρο, αυτή η μακρινή γεωγραφική απόσταση τον έχει φέρει όλο και πιο κοντά περισσότερο με τη γενέτειρά του την χιλιοτραγουδισμένη και από τον ίδιο.  Ένα μικρό απόσπασμα από το ποίημα: «Κρήνη, κρυστάλλινη κρήνη».
«Κάτω από τη σκιά του μεγάλου βουνού έκατσα να ξαποστάσω
με βλέμμα τρεμάμενο, νοσταλγικό, τον κόσμο μου ν’ αγκαλιάσω.
…………………………………………………………
Η Νεμέρτσικα ξάπλωσε  σαν βουβάλι με τη σελήνη στο λαιμό
αχ στρώσε μου στη ρίζα να ξεχαστώ απ’ τον πικρό ξενιτεμό.»
        Δεν υπερβάλω όμως, διατυπώνοντας, ότι ο Πέτρο Τερκέζης είναι από τους λίγους  συγγραφείς του χώρου μας, ο οποίος διακρίνεται για την μεγαλοψυχία του και τα αγνά αισθήματα σεβασμού και αγάπης που θρέφει προς όλους τους συναδέλφους του. Στα βιβλία του διαβάζομε εκτενέστερες αναφορές για τα έργα τους και την προσφορά τους στο βωμό του πολιτισμού μας. Κάθε έργο τους το εκτιμάει, το βλέπει σαν ένα λιθαράκι σε αυτό το βωμό και χαίρεται για κάθε επιτυχία τους.
 Αυτό το πνεύμα διέπει και το τελευταίο βιβλίο του «Φλωροκαπνισμένο δακτυλίδι…». Και ξεφυλλίζοντας τον επίλογό του; «Είπαν για τον συγγραφέα», μετά λύπης  παρατηρούμε ότι για τον Πέτρο μιλάνε μόνο Ελλαδίτες, Κύπριοι και Αλβανοί λόγιοι, ενώ ο κύριος συγγραφικός κορμός μας, η «αφρόκρεμα» δηλαδή, κρατάει σιωπή ιχθύος. Και το άλλο, το οποίο δεν μπορούμε να μη το πούμε, κυοφορεί ένα φαινόμενο όπου μόνο ο κύκλος τους υπάρχει και με συντεχνιακό τρόπο αυτός προβάλετε και γι’ αυτόν στήνονται ακροάσεις. Ο Πέτρος με ένα πληθωρικό και αξιόλογο εθνικό έργο που μπορεί να μετρηθεί με τον καθένα μένει άφαντος και αδικημένος. Τον έχουνε «χαρίσει» στο νησί της Αφροδίτης. Στο χώρο τους δεν έχει χώρο, ενώ ο πραγματικός χώρος μας, ο βορειοηπειρωτικός τόσο πολύ διψάει για πολιτισμό και προκοπή.
 Ο πεφωτισμένος Πέτρος Τσερκέζης αγκαλιά με την Αφροδίτη πατάει γερά στον τόπο του, παίρνει έμπνευση από το βουνοστέφανο του Πωγωνίου με άμβωνα  την ψηλότερη κορυφή της Ηπείρου, τον Πάμπιγκο και του ευχόμαστε νέες κορυφές στο συγγραφικό του έργο.
Για τη συλλογή:
«Φλωροκαπνισμένο δαχτυλίδι μιας παλιάς θλίψης»


ΟΣΑ ΔΕΝΤΡΑ ΕΧΕΙ Τ΄ΑΛΩΝΙ, ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ
ΠΕΤΡΟΣ ΤΣΕΡΚΕΖΗΣ
γράφει ο Απόστολος Θηβαίος.

Κάποτε θα γνωρίσεις τις λογοτεχνίες, θα συναντήσεις τους μεγάλους πρεσβευτές, όσους παρέχουν στο λόγο την ιδανική και ακέραια μνήμη του. Όμως τον τόπο, το μέρος με τις πέτρες του και τους νεκρούς δεν θα το βρεις ποτέ. Η μεγάλη τέχνη της ζωής υπακούει στο νόμο του προσκυνήματος. Σ΄όλο το μήκος της ζωής είναι
 οι τόποι που θα δεις προσευχητάρια και τα παρηγορητικά εικονοστάσια παλαιών, εθνικών οδών.
Ο Τσερκέζης είναι απ’εκείνο το μέρος. Που ανήκει, ίσως κοντύτερα απ΄όλα στο παλιό, δωρικό πνεύμα. Τα βότσαλα κάτω απ’τη γλώσσα του ποιητή, η τραχιά, ανθρώπινη φύση στην καλύτερή της μορφή. Είναι ασυγκράτητος ο Τσερκέζης, είναι τόσα πολλά εκείνα που είδε και πώς να μην τα πει. Το υλικό του είναι αποσπάσματα βίου, φωτογραφίες απ’ τις σκηνογραφίες των καθημερινών μυστηρίων. Γεννήματα διακριτικών αφορμών. Είναι αισθητικός ο συγγραφέας Τσερκέζης γιατί καθώς θυμάται παθαίνει και ο ίδιος την εξάντληση, την απόσταση από τις αρχικές καταβολές. Συμβαίνει οπτικός και άλλοτε πάλι, ως πειστική εκφώνηση ο ήχος των οικισμών πάνω απ’ την Κόνιτσα, τα μέρη των τεχνιτών και τα βουνίσια μονοπάτια. Και ως εκεί που σβήνει η πέτρα φωνές αντικριστές.
Το μοιρολόι που ορίζει την ακουστική του τ’αφήνουμε απλησίαστο. Είναι σαν δοκιμάζει κανείς να ερμηνεύσει τις αυθεντικές εκφράσεις του λαού. Τον τρόπο με τον οποίο συναινεί στο μερίδιο του δράματος, όπως του αναλογεί. Η πίστη της υπομονής, της εγκαρτέρησης, της αντοχής, συνθέτουν το δόγμα του Τσερκέζη. Αυτά όλα μεταγγίζονται στο σώμα του κειμένου ακριβώς όπως βιώθηκαν στη μακρά και ασύλληπτη, καθημερινή εμπειρία. Στον κύκλο της, στην κατάρα της επανάληψης, της ερήμωσης και της επιστροφής, καμιά στιγμή δεν χάνεται, σ΄αυτό το σχήμα. Άκουσε τις γυναίκες, μισό αιώνα στο ίδιο μετερίζι, με τη μαιναδική πια σοφία ενός άλλου καιρού, πελώριες, συντριπτικές σκιές. Τέτοια πράγματα διεγείρουν τον Πέτρο Τσερκέζη. Μονάχα εκείνος που δεν ακούει τα λυπημένα τραγούδια, που δεν πιστεύει στη γλώσσα της νύχτας, μονάχα αυτός δεν θ’ακούσει τις φωνές. Δεν θα υποψιαστεί τα σύμβολα της προσωπικής εμπειρίας, εκείνης που ολοκληρώνει λέξη προς λέξη το γραφικό χαρακτήρα του Τσερκέζη.

Βαθμιαία αποκαλύπτεται ολόκληρη η σκηνή, λουσμένη στο φως ενός θεάτρου ελληνικού. Τ΄αμφιθέατρο της Ηπείρου είναι ο τόπος της σπουδής του συγγραφέα. Εκεί έμελε να ζήσουν όσοι Αιολείς απέμειναν. Ο καημός της ζωής και η μεταφυσική του που κατέχει το μερίδιο για το ζύγι της ιδιότητας και της αποτίμησης. Ο Πέτρος Τσερκέζης στέκει εμπρός στα ξεκληρισμένα σπίτια και εμπρός στους όρους της ίδιας μας της ζωής, ακουμπώντας θέματα θρυλικά, ζητήματα της ατμόσφαιρας και του προσωπικού οράματος. Τοιχογραφίες όσων φέρνει ο κεραυνός και οι μακρές ιστορίες της φυλής.
Ίσως από μια επιβεβαίωση του σύντομου βιογραφικού του ίδιου του συγγραφέα, να προέκυψε το ενδιαφέρον για το μικρογράφημα του μοιρολογιού. Και αν μονάχο του ξεδιαλέχτηκε απ’ την εξαίρετη σειρά των κειμένων είναι για την πειστικότητα και το



σφυγμό. Και γιατί μ’επάρκεια συμβαίνει να καταθέτονται πράγματα που εμπίπτουν πρώτα στο ένστικτο, το θυμικό. Όλα σε ισορροπία. Ο Πέτρος Τσερκέζης άμεσος, πολιτικός και μεταφυσικός. Να υψώνεται μαζί με τον τόπο του.
«ΤΑ ΜΙΚΡΟΓΡΑΦΗΜΑΤΑ» Παρουσίαση
Φεβρουάριος 2014


Για τα  «ΜΙΚΡΟΓΡΑΦΗΜΑΤΑ»
του συγγραφέα μας, Πέτρο Τσερκέζη.
Πρόσφατα κυκλοφόρησαν σε ηλεκτρονική μορφή. Ένα μέρος απ’ αυτά είχε την τιμή να τα φιλοξενήσει η εφημερίδα μας. Ο Πέτρος είναι αντάξιος πίστης στις ρίζες μας. Η μάνα «Γαία» Πολύτσανη που τον γέννησε, έδωσε εντολή στις κόρες της, τις Μούσες της τέχνης του λόγου ιδιαιτέρως της ποίησης, μεγαλώνοντάς τον να τον νανουρίσουν με το κελάρυσμα όχι μόνο του Κατωπήγαδου αλλά όλων των πηγαδιών μας, με το γλυκοκελάηδημα των πουλιών στους κήπους με το μεθυστικό άρωμα από τις βιολέτες, του μοσχοτρίφυλλου και του μελισσοβότανου στα λιβάδια όλου του Πωγωνίου. Από τα νεανικά του χρόνια αυτός δεν τις αποχωρίστηκε. Τις ακολούθησε πιστά στις ανηφόρες της τέχνης, δίνοντάς μας απλόχερα στολίδια της ποίησης και των πεζών. Μας ευνοεί η τύχη με τα «Μικρογραφήματα». Να γευτούμε τη μέλινη ύπαρξη του γενέθλιου τόπου μας, το χάδι της χαράς εκείνης της ζωής που σφράγισε τις αποχρώσεις της ύπαρξής μας. Τα  μεταφέρει τόσο ωραία η πένα του Πέτρου, μας βουτάει στο κομμάτι της ζωής που νοσταλγούμε τόσο πολύ. Απ’ τον Πάπιγκο της τέχνης ασταμάτητα μας δωρίζει όχι μόνο κλωνάρια αμάραντου, άρωμα τσαγιού ή φασκόμηλου, αλλά ολάκερα χρυσά στεφάνια που θα στολίσουν τα έργα των λόγιων συμπατριωτών μας στο μέλλον.              
 Ένα χρυσό στεφάνι τέχνης είναι τα «Μικρογραφήματα» του Τσερκέζη. Για πολλούς λόγους. Με ευαισθησία ψυχής ο συγγραφέας, κουβαλάει βαρύ «ζάλωμα» ζωής με όλες τις πτυχές της. Υπενθυμίζοντάς κάποιες σταγόνες πίκρας της δύσκολης ζωής μας δωρίζει απλόχερα το βασιλικό πολτό της, πάνω απ’ όλα το θησαυρό της λαϊκής σοφίας, αλλά και τις αγέρωχες αξίες του ηθικού μας κώδικα. Μας γλυκοψιθυρίζει να μη θαμπωθεί η μνήμη μας από της σειρήνες τους νεοπλουτισμού, πέφτοντας στην Αγκαλιά του Μορφέα της αμνησίας με αποτέλεσμα να ξεχάσουμε την Πατρίδα, τις ιδέες, την ίδια την κρυστάλλινη τίμια ζωή. Ζωγραφίζει  με λεπτότητα το καρδιογράφημα της « μεγάλης καρδιάς του καστανά…», αλλά και το μεγαλείο του «Πέτρινου σοφρά» εκεί «που έπαιρνε φωτιά ο Πωγωνίσιος, θέριευαν φανταχτερά οι χοροί στις γιορτές… καίγονταν το πελεκούδι…». Εκεί ζυμώνονταν το πιο γλυκό ψωμί του κόσμου, εκδηλώνονταν η ανθρώπινη αγάπη, η κοινωνικότητα, ο απέραντος σεβασμός και συμπαράσταση για το συγγενή, το γείτονα, τον καλό μας συγχωριανό. Διώχνει την αντάρα της άγνοιας από τα μάτια της αντίληψής μας, ότι πάντα κάποιος «…ξένος κάθισε σταυροπόδι στα νοικοκυριά μας…» . Μας σκουντάει το νυσταγμένο νου ότι στο χωροχρόνο της εξέλιξης
της ανθρώπινης ιστορίας, «…είχε βγει από την τρώγλη ο δράκος» και ότι πάντα συμβαίνει όπως « Ο τόπος μύριζε έγκλημα…» . Ερεθίζει τα αρχεία της μνήμης να θυμηθεί ο καθένας την μαγεία, το πρώτο καρδιοχτύπι από το βέλος του αγγέλου έρωτα. Εκείνα «τα σμαράγδια μάτια της…» που δεν ξεχνιούνται και μας συνοδεύουν σε όλη τη ζωή. Νιώθει στο πετσί του ο συγγραφέας τα δεινά του πόνου του απλού ανθρώπου, το συναίσθημα που κουβαλάει, διότι δεν ζει στη γυάλα του εαυτού του. Παραδειγματίζει τον καθένα μας να μη αμπαρώνεται στο κέλυφος του εγωκεντρισμού του. Επιτυχώς μας μεταδίδει την απέχθεια που νιώθουν δροπολίτισσες για την αχόρταγη βδέλλα  τον αγά, στο « όσα δέντρα έχει το αλώνι». Τον αβάσταχτο πόνο της Σοφίας από την ανοιχτή πληγή της ξενιτιάς, αλλά και τα «τρία παιδιά από την Κορυτσά στο Σύνταγμα» που κουβαλούν  στην τρυφερή πλάτη τους το ίδιο ασήκωτο βάρος, με την πιο παράλογη συμπεριφορά μιας μεσαιωνικής αντίληψης ενός ολάκερου κράτους. Να καταπιέζει τον απλό άνθρωπο, να νιώθει  ξένος στην ίδια του την Πατρίδα.  Υψώνει τη φωνή του ο Πέτρος κατά του δικτάτορα που κρύβοντας το πρόσωπο του κάτω από το πορφυρένιο πέπλο της ιδεολογίας και του ψεύτικου χαμόγελου, έχτισε την πιο απάνθρωπη δικτατορία, ψαλιδίζοντας τα φτερά της λευτεριάς και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Καμπανίζει στ’ αυτιά μας ο τίτλος στο αφιέρωμα για τον Πατρο Κοσμά: «Εδώ θα γεννηθεί ο αντίχριστος». «…Ο δρόμος του Κυρίου με οδηγεί αλλού». Και άλλα πραγματικά διαμάντια τέχνης κατέχει το βιβλίο που εμείς μέσα σε ένα άρθρο αδυνατούμε να αναφέρουμε. Θαμπώνουν πιστέψτε μας! Ευχόμαστε από τα βάθη της καρδιάς μας, εις ανώτερα Πέτρο!                                                                                                                            
Είμαι απόλυτα σίγουρος ότι ο νεανικός έρωτας του Πέτρου με τις Μούσες καλά κρατεί. Θα τον στηρίξει να ανέβει σε υψηλότερες βουνοκορυφές της λογοτεχνίας. 
Εμείς θα καμαρώνουμε.                                                                                                                    Ακούστε με! Θα νιώσετε πολύ ωραία ως αναγνώστες. Πολύ απλά στο «e-book» με το όνομα Τσερκέζης Πέτρος, κάντε κλικ στο «κατεβασέτο» και θα το απολαύσετε. Καλή ανάγνωση εύχομαι σε όλους!
 Θεοδόσης Μάντζαρης.     
Μάρτιος 2014



ΑΛΕΚΟΣ ΧΑΤΖΗΣ

Λοιπόν, τα "Μικρογραφήματα" τα διάβασα μονορούφι και πρώτο που θέλω να σου πω είναι ότι αδικείς την πένα σου. Αυτά δεν είναι μικρογραφήματα αλλά μεγαλοδημιουργήματα που λαμπαδιάζουν μεγάλα μηνύματα. Μερικά από αυτά τα έχουμε δημοσιεύσει στην «Αφύπνιση» όπως «Η Δεροπολίτισσα και η γαλανόλευκη», «Εδώ θα γεννηθεί ο Αντίχριστος» κ.α.
Πέτρο μου, δεν υπερβάλω. Διαβάζω όλα όσα γράφονται για τον τόπο μας. Τέτοια βαθιά εμπνευσμένη ανάλυση της ψυχοσύνθεσης του δικού μας κόσμου με έντονο εθνικό αποτύπωμα και γλυκό λυρισμό, μ’ έναν γλαφυρό λόγο που ρέει σαν χείμαρρος, με ποιητική ομορφιά δεν την έχω συναντήσει σε κανέναν, όπως κανένας άλλος δεν μπορεί να συγκριθεί με τον γίγαντα Μιλτιάδη Οικονομίδη. Ο όρος μικρογραφήματα στην προκειμένη περίπτωση αλληγορικά μπορεί να σταθεί σαν τα αρωματικά μικρομπουκαλάκια με τις καλύτερες ευωδίες.
Συγχαρητήρια.

Μάρτιος 2014


ΠΕΤΡΟΣ ΚΟΥΡΤΗΣ
ΑΓΑΠΗΤΕ ΜΟΥ ΦΙΛΕ,…… ΠΕΤΡΟ ΤΣΕΡΚΕΖΗ…..…!
Θα επιτρέψω στις παλάμες των χεριών μου, όταν συναντούν τα γραπτά σας να σε χειροκροτούν χωρίς τη δική μου συγκατάθεση……. Διάβασα και ξαναδιάβασα τα Μικρογραφήματά σας….. Δε μπορώ να κρύψω τον θαυμασμό μου …… όλα τους κρύβουν μια ιδιαιτερότητα που σκλαβώνουν τον αναγνώστη….. τόσο που δεν τον αφήνουν να ξεκοπεί ούτε για ένα δευτερόλεπτο…… Τα πάντα σε συναρπάζουν, σε λυγίζουν, σε ανεβάζουν στον έβδομο ουρανό, ……..Συνάντησα μια πανδαισία λογοτεχνικών χρωμάτων, μια γλαφυρή και πλούσια γλώσσα, εικόνες της καθημερινότητας που ενώ τις ζούμε, καμιά φορά τις αγνοούμε……. Μου είναι αδύνατο να διακρίνω πιο είναι το καλύτερο… «ΟΛΑ ΕΙΝΑΙ ΚΑΛΥΤΕΡΑ»… Και όμως θ’ αρχίσω με το « Ο ΧΟΡΟΣ ΤΗΣ ΠΡΩΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ» ……. Με κοίταζε με δυο σμαράγδια ματιά και χοπ- χοπ το κελάηδημά της και χοπ-χοπ καρδιά μου…..!
Νιώθω περήφανος που γνωριστήκαμε……. Εύγε σας!

Για τα «Μικρογραφήματα»

Μάρτιος 2014



**********************************************************************************

Διεύθυνση και τηλέφωνα επικοινωνίας:
Οικείας:                                        Εργασίας:




ΠΕΤΡΟΣ ΤΣΕΡΚΕΖΗΣ              ΠΕΤΡΟΣ ΤΣΕΡΚΕΖΗΣ
Κυριάκου Μάτση 14                     Σολώνειον Κέντρο Βιβλίου
Άγιους Ομολογητές Διαμ. 402      Βυζαντίου 24 Στρόβολος
1082, Λευκωσία - Κύπρος             1300 Λευκωσία - Κύπρος                                                              
                                                             Τ.Θ.24527

Τηλ. Οικείας: 00357 22 676403     Τηλ. 00357 22 666799
Κινητό:  00357 99 322623              Φαξ: 00357 22 666997
                                                       
Ηλεκτρονική  διεύθυνση:  tserkezisp@hotmail.com              








Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

~Ένα ποίημα του Γιάννη Παρασκευόπουλου~

ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ

~Αναζήτηση~ 

 Εξαϋλώθηκαν τα συναισθήματα
 λες και δεν υπήρξαν ποτέ.

 Πέτρωσε η καρδιά
 παρά την θέρμης.

Βούρκωσε η σκέψη
 στο βάλτο της λησμονιάς. 

 Σε μια πικραμένη ανατολή
 έδυσε το φεγγάρι σου.

 Και συ μόνη περιπλανιέσαι
στα πέρατα του απείρου
 ψάχνοντας άλλα σύμπαντα.

 Παρασκευόπουλος Γιάννης