Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Θοδωρής Αργυρόπουλος

 

 

ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΑ


Πως βρέθηκα στο νησί…
Δε με θυμάμαι σε βάρκα
ή  σε καράβι
κι ούτε που είδα  θάλασσα

Μόνο πως περπατούσα
Σε δρόμους Χώρας άγνωστης…
Ως που τέλειωναν τα σπίτια

Λίγο πριν να ρωτήσω  ένα παιδί
Όξω από μια  ταβέρνα
Ααά  είμαι ακόμα στην Ελλάδα είπα
Λίγο πιο ‘κει τέλειωνε ο δρόμος

Μπροστά ένα χωράφι
με ελιές χιλιόχρονες
Ανασκαμμένο σαν να που ‘θέλαν
 Κάποιοι να τις ξεριζώσουν

Στο σύθαμπο του σούρουπου
Το παιδί δεν είπε τίποτα
Μόνο τ’ ακολούθησα
Εδώ είναι η εκκλησία μου ‘πε

Αριστερά  είδα το ιερό
το πίσω μέρος
Μα πριν προλάβω…
Λίγο δεξιά κι ομπρός μου

Είδα το χώμα καθισμένο
Σα που να ‘χει υποχωρήσει
Κάτω απ ό φως αρχαίο
Κι ήταν εκεί μιαν άλλη εκκλησιά
Φτιαγμένη με  ψηφίδες

Γαλάζιες  στα πορτοπαράθυρα
Κι  οι τοίχοι μ’ άσπρες
Μια εκκλησούλα ταπεινή
Μόνο σε κάτοψη

Μια εκκλησούλα ταπεινή
σα σκιά
λουσμένη  φως
της νύχτας


Προχώρησα  ευλαβικά και μόνος
μέχρι την άλλη άκρη
Μέχρι εκεί που ήταν κάποτε
η θύρα η δυτική
Εκεί ένα μικρό καμπαναριό

Δε μου ‘φτανε ως τη μέση
Τοσοδούλες   οι καμάρες του
Κι εκεί πολλά  μικρά μελισσοκέρια
Αναμμένα
Κι  άναψα το δικό μου

Γονατισμένος  κι έκλαιγα
Ευχαριστώντας την Παρθένα
Που μ’ αξίωσε να ζήσω
Τούτη την ώρα την στερνή

Σε τούτο το εκκλησάκι
Το καμωμένο από ευωδιές
 κι αέρα της πατρίδας

Και  ψηφίδες απ’ τις δικές μας θάλασσες
Μικρές, στιλπνές , στρογγυλεμένες
Κι αναλογίστηκα  τούτη την ώρα
Την ύστερη

ποιοί να τις θέλουν τις ελιές μας;
Ποιοί  ‘κάναν λιώμα τα ιερά μου;
Τη θάλασσα  που δεν είδα...
Πού   την πήγαν;

Βάστα καρδούλα μου
Σήκω ψυχή μου πριν σε ξεριζώσουν

 Θοδωρής Αργυρόπουλος
ΑΘΗΝΑ    11.02.2012

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

~Ένα ποίημα του Γιάννη Παρασκευόπουλου~

ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ

~Αναζήτηση~ 

 Εξαϋλώθηκαν τα συναισθήματα
 λες και δεν υπήρξαν ποτέ.

 Πέτρωσε η καρδιά
 παρά την θέρμης.

Βούρκωσε η σκέψη
 στο βάλτο της λησμονιάς. 

 Σε μια πικραμένη ανατολή
 έδυσε το φεγγάρι σου.

 Και συ μόνη περιπλανιέσαι
στα πέρατα του απείρου
 ψάχνοντας άλλα σύμπαντα.

 Παρασκευόπουλος Γιάννης 







~Σιωπηλός άγγελος~

Γράφουν οι:Μαριάνθη Παπάδη &' Μαριάνθη Πλειώνη
Το έντονο κορνάρισμα από το μπλε Golf, που κινούνταν σαν αστραπή στη Λεωφόρο Κηφισίας έκανε τους οδηγούς να κοιτάνε με απορία τους επιβάτες του, μόλις αυτό βρισκόταν πίσω, πλάι, μπροστά τους. Στο κάθισμα του οδηγού ο Ιάσονας κάθιδρος προσπαθούσε να περάσει, όσο πιο γρήγορα μπορούσε ανάμεσα από τα υπόλοιπα οχήματα, που ανέβαιναν κι αυτά προς τα πάνω. Δίπλα του σωριασμένη με ζωγραφισμένη την αγωνία στο αναψοκοκκινισμένο της πρόσωπο η ετοιμόγεννη Πηγή δάγκωνε τα χείλη της από τις σουβλιές που τρύπαγαν τα σωθικά της οι μικροί κοφτοί πόνοι. Λίγο πριν είχε ανακοινώσει με κλαούρικο* βλέμμα στο σύζυγό της, «πως τα νερά έσπασαν», όπως συνηθίζεται να λένε οι γυναίκες, μόλις φτάσει η μαγική εκείνη ώρα της γέννησης. Κάποιες ώρες αργότερα οι δυο τους παρέα με τα παππούδια, τις γιαγιάδες, αδέλφια και το υπόλοιπο σόι, η ελληνική υποδοχή των βρεφών σε όλο της το μεγαλείο, κοίταζαν με λατρεία το άγνωστο μέχρι τότε πλασματάκι τους. Έν…

ΟΙ ΑΡΕΤΕΣ του Χριστόφορου Τριάντη

Στο τραπέζι του δασκάλου, υπήρχαν σύκα και δροσερό νερό. Καθόταν κάτω από τον πλάτανο της σχολής. Ένας νέος ήρθε να τον δει.Τον πλησίασε. «Ήρθα να γραφώ στη σχολή.Μόνο κοντά σας,θα βρω την αλήθεια». «Ποια  αλήθεια;» «Πώς θα γίνω άριστος!» «Άκου νέε,για να το επιτύχεις αυτό, πρέπει να ακολουθείς σε όλη τη ζωή,κάποιες αρετές.Πρώτα να ‘σαι γενναιόδωρος,  έτσι θα κερδίζεις ανθρώπους.Μετά είναι η ειλικρίνεια,να μη λες ψέματα,στους άλλους και τον εαυτό σου.Ακόμα, χρειάζεται να καλλιεργείς  την εξυπνάδα σου , για ν’ αγαπήσεις και να αγαπηθείς. Υπάρχει και η αρετή της ευσπλαχνίας , αν την “εξασκείς” οι φτωχοί θα σ’ αγαπούν πραγματικά. Τέλος,  ο σεβασμός, αν σέβεσαι τους ανθρώπους  και τον Θεό,  θα γίνεις σοφός».