Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο
~Λογοτεχνικές Παρουσιάσεις~

~Αφιέρωμα στον Λογοτέχνη~

~Λάσκαρη Π. Ζαράρη~

( Δευτέρα , 11-11-2013)
***********************************************************************************

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΕΣ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ 
ΛΑΣΚΑΡΗ Π.ΖΑΡΑΡΗ

στη Ρούλα Τριανταφύλλου

Σήμερα η σελίδα μας φιλοξενεί τον Λάσκαρη Π. Ζαράρη. Έναν αξιόλογο Λογοτέχνη με πλούσιο συγγραφικό έργο . Και πολλές διακρίσεις και βραβεία, από Φιλολογικούς Συλλόγους, Ενώσεις Λογοτεχνών, Πολιτιστικές Εταιρείες και Λογοτεχνικά Περιοδικά σε πανελλήνιους λογοτεχνικούς διαγωνισμούς σε διαφορετικά είδη του λόγου: Ποίηση, Διήγημα, Δοκίμιο, Νουβέλα και παιδικό Μυθιστόρημα. Η πρώτη ποιητική του συλλογή : «Παράθυρο στα όνειρα»βραβεύτηκε από τον Διεθνή Πολιτιστικό Οργανισμό «Το Καφενείο των Ιδεών» το έτος 2010 Επίσης το βιβλίο με τίτλο: «Το νησί και το αθάνατο νερό» βραβεύτηκε σαν ανέκδοτο έργο από τον Φιλολογικό Σύλλογο «Παρνασσός» το έτος 2010 και σαν βιβλίο από τον Ελληνικό Πολιτιστικό Όμιλο Κυπρίων της Αθήνας το έτος 2012. Καθώς και ένα εικονογραφημένο παραμύθι με τίτλο: «Μία σημαντική αποστολή» από την Εταιρεία Τεχνών, Επιστήμης & Πολιτισμού. Είναι τακτικό μέλος της Ένωσης Λογοτεχνών Βορείου Ελλάδος, της Αμφικτυονίας Ελληνισμού, της Διασπορικής Λογοτεχνικής Στοάς, του Ελληνικού Πολιτιστικού Ομίλου Κυπρίων της Αθήνας και του Φιλοπρόοδου Συλλόγου Νέας Αγχιάλου. Δημοσιεύει ποιήματα και διηγήματα στις εφημερίδες: «Νέα Αγχίαλος» και «Κυπριακός Ελληνισμός», στα λογοτεχνικά περιοδικά: «Μουσών Μέλαθρον», «Δευκαλίων ο Θεσσαλός», «Νέα Αριάδνη» και «Πνευματική Ζωή», στο διαδίκτυο και ιδιαίτερα στο προσωπικό του blog: ''parathyrostaoneira'' όπου παρουσιάζει το έργο νέων δημιουργών (κυρίως ποιητών αλλά και πεζογράφων), κάνοντας εκτενείς κριτικές μελέτες. Έχει διατελέσει μέλος κριτικών επιτροπών αξιολόγησης σε λογοτεχνικούς διαγωνισμούς Ποίησης και Διηγήματος.

κ.Ζαράρη καλώς ήρθατε ,σας ευχαριστώ για την τιμή που μας κάνετε σας φιλοξενήσουμε στην σελίδα μας, παίρνοντας αφορμή , την ενασχόληση σας-συγγραφή- με το παιδικό βιβλίο, θα ήθελα πρώτα ,να μας πείτε, λίγα λόγια γι’αυτό. Τι σας ώθησε να ασχοληθείτε με την παιδική λογοτεχνία;

Λάσκαρης Ζαράρης:
Μια όψιμη ευαισθησία που μέχρι πρότινος με οδηγούσε στη συγγραφή βιβλίων για ενήλικες. Μια έντονη διάθεση για γόνιμη φαντασία με ταυτόχρονη ανάληψη της ευθύνης που συνεπάγεται η ενασχόληση με το παιδί ως ξεχωριστής, ιδιαίτερης, με διαφορετικές επιθυμίες και απαιτήσεις ανθρώπινη μονάδας. Μακριά από τις συμβάσεις που βασανίζουν τους ενήλικες, θέλησα να γίνω σαν έναν μικρό εξερευνητή που συνεχώς προσπαθεί να λύσει τις απορίες του σχετικά με τη φύση και τη λειτουργία των ζωντανών οργανισμών και των αντικειμένων.
Ρούλα Τριανταφύλλου:

~~Πόσο δύσκολο είναι για τον λογοτέχνη ν’ αγγίξει με την πένα του τις ευαίσθητες ψυχές των παιδιών;

Λάσκαρης.Ζαράρης.
~~Μπορεί να επιτύχει ν’ αγγίξει σε μεγάλο βαθμό τους μικρούς αναγνώστες, αρκεί να αξιοποιήσει αρκετά στοιχεία από το είδος του παραμυθιού, μιλώντας έμμεσα, έχοντας πάντα κατά νου πως το παιδί ξεχωρίζει εύκολα το καλό από το κακό και βιώνει μεγάλες αλήθειες λόγω της διαίσθησής του. Θα έχετε παρατηρήσει βέβαια πως με αυτό το είδος τολμούν να ασχοληθούν κυρίως οι εκπαιδευτικοί, οι οποίοι λόγω της φύσης τής δουλειάς τους, διαθέτουν κάποιες γνωστικές βάσεις -ψυχολογίας και παιδαγωγικής- για να προσεγγίσουν με τους κατάλληλους τρόπους τα άδυτα της παιδικής ψυχής. Από την άλλη όμως, δεν αρκεί αυτή η γνώση, αν δεν συνδυάζεται από μία παιγνιώδη γραφή, που κάτω από τη διασκεδαστική ροή της πλοκής και των περιπετειών να κάνει κατανοητά άφθονα μηνύματα τα οποία και θα αποτελέσουν τους αληθινούς «θησαυρούς» του, για να ωφεληθεί το παιδί στη μετέπειτα πορεία του και να προετοιμαστεί για τη δύσκολη ενηλικίωση του. Ο σπόρος που θα ρίξει ο λογοτέχνης με τη γραφή του, με τις λέξεις του, τα συναισθήματά του, θα πρέπει να είναι αγνός, αληθινός, απροσποίητος.

Ερ.~~: Ως πατέρας ανήλικων παιδιών, γνωρίζετε ότι τα παιδιά έχουν ευαίσθητα αισθητήρια όργανα κι αντιλαμβάνονται το κάθε τι γύρω τους. Πώς μπορεί ο λογοτέχνης μέσα απ’ τα βιβλία του, εκτός από το να δώσει κάποια ηθικά διδάγματα, να προβληματίσει τα παιδιά που χωρίς αμφιβολία ζουν σήμερα σ’ έναν κόσμο που αλλιώς τον ονειρεύτηκαν. Με ποιον τρόπο μπορεί να τους αναθερμάνει την ελπίδα και την αισιοδοξία για μια δημιουργική συνέχεια της ζωής τους;



Απ~~:Ο προβληματισμός, στις περισσότερες περιπτώσεις αποτελεί ένδειξη ωρίμανσης του ατόμου, ωστόσο στις μέρες μας λόγω των ραγδαίων τεχνολογικών και επιστημονικών εξελίξεων, τα παιδιά βιώνουν -πιστεύω- ένα πρώιμο στάδιο ενηλικίωσης και είναι δεκτικά σε ανάλογες ανησυχίες που διατυπώνονται, έστω και αν αυτό που γίνεται δεν συμβαδίζει απόλυτα με την ηλικία τους. Το παιδί πρέπει να αισθανθεί ασφάλεια, να νιώθει παντοδύναμο, να κοιτάζει με αισιοδοξία μπροστά του, να του δίνουμε αγάπη αδιάκοπα αλλά και τη βεβαιότητα ότι διαθέτει τις δυνάμεις που ίσως εμείς σαν παιδιά δεν είχαμε κάποτε. Είναι απαραίτητο και πολύ ωφέλιμο για εκείνο να ελπίζει ότι θα καταφέρει να χτίσει έναν κόσμο από την αρχή. Και άραγε, τι του προσφέρουμε εμείς με τον δικό μας τρόπο και από τον τομέα που υπηρετούμε; Το κατευθύνουμε σωστά στα πρώτα σημαντικά βήματα της ζωής του ή του δημιουργούμε ανησυχία, θολές καταστάσεις και το τοποθετούμε συνεχώς σ’ έναν επικίνδυνο λαβύρινθο; Εδώ ακριβώς έγκειται και το μεγαλύτερο πρόβλημα και πρέπει να αναρωτηθούμε αν αυτοί που προσφέρουν τόσο χαμηλής ποιότητας υλικό προς κατανάλωση των παιδιών, έχουν αντιληφτεί την αρνητική κι εγκληματική επιρροή τους στη διαμόρφωση του χαρακτήρα των μικρών μας φίλων. Τα αποκρουστικά και δύσμορφα τέρατα με τις απαίσιες κραυγές που πρωταγωνιστούν στις παιδικές σειρές στην τηλεόραση, λες και βγαίνουν από τους χειρότερους εφιάλτες των παιδιών, ρουφούν την ενεργητικότητά τους και τις υγιείς δυνάμεις τους, προσθέτοντάς τα μόνο φόβο και ζημιογόνα αισθήματα. Αυτό δεν αποτελεί ηθικολογία αλλά μια αδιαμφισβήτητη πραγματικότητα, γιατί απέχουν πολύ οι παιδικές σειρές που βλέπαμε τότε εμείς από τις σειρές που παρακολουθούν τα σημερινά παιδιά.

~~~Ερωτ:Η κρίση που περνάμε στις μέρες μας, είναι βέβαια οικονομική αλλά στο βάθος της είναι κρίση πνευματική και ηθική, κυρίως κρίση αξιών. Μπορεί ο λογοτέχνης μέσα από το έργο του να οπλίσει τα παιδιά με θάρρος για ν’ αντιμετωπίσουν τις δύσκολες καταστάσεις που βιώνουν στο οικογενειακό τους περιβάλλον, στο σχολείο, αλλά και μέσα απ’ τις συντροφιές τους, μιας κι εκείνα αποτελούν τους άμεσους αποδέκτες των ασταθών πια κοινωνικών σχέσεων των γονιών τους και γενικά των μεγάλων σε ηλικία ανθρώπων, εξαιτίας της γενικότερης ανασφάλειας που επικρατεί στην καθημερινή ζωή όλων των Ελλήνων;

Απ~~.:Μια καλή αρχή γίνεται όταν τα παιδιά ανακαλύψουν τη χαρά της ανάγνωσης και κατά συνέπεια μπορέσουν να ξεφύγουν εύκολα από το κακόγουστο των εικόνων που δίνονται καταιγιστικά στην τηλεόραση αλλά και στην πραγματική ζωή. Μπορούν ακόμη να ταυτιστούν με τους ήρωες ενός όμορφου βιβλίου, να μιμηθούν τις ανθρώπινες συμπεριφορές τους. Απομένει λοιπόν, οι γονείς τους να τους στρέψουν την προσοχή και το ενδιαφέρον στο ωφέλιμο ανάγνωσμα. Με αυτό τον τρόπο θα αποφευχθούν παραβατικές συμπεριφορές, όπως η βία και η επιθετικότητα, ενώ αντίθετα θα αναδεικνύονται τα ξεχωριστά ψυχικά χαρίσματα κάθε παιδιού. Πρέπει να ωθήσουμε τα παιδιά να ονειρεύονται συνεχώς, πρώτα απ’ όλα έναν κόσμο καλύτερο, γιατί στο παιδικό μυαλό γεννιούνται αμέτρητες απορίες που δεν βρίσκουν συχνά απάντηση. Δεν πείθουν οι απαντήσεις των μεγάλων. Το παιδί ίσως σκεφτεί: «Κι αν δεν μπορέσω να αλλάξω τον κόσμο, τι θα γίνει τελικά; Θα νιώσω απογοήτευση και λύπη;». Πρέπει να του εξηγήσουμε ότι μόνος του κανείς δεν μπορεί να καταφέρει πολλά απ’ όσα ονειρεύεται, αφού πρέπει να τον βοηθήσουν κι άλλοι άνθρωποι για να πετύχει σε αυτό. Πρέπει εκείνο να δημιουργήσει πολλούς και καλούς φίλους ώστε να γίνει δυνατό και να κάνει τη ζωή του πιο όμορφη. Υπάρχουν παιδιά που πεινάνε σε κάποιες άλλες χώρες και κανείς δεν έχει τη διάθεση να τα προσφέρει κάτι από το δικό του περίσσευμα. Κι εμείς γιατί να μην μπορούμε να κάνουμε τίποτα για να τα βοηθήσουμε; Για να κάνουμε καλύτερο τον κόσμο μέσα στον οποίο ζούμε, πρέπει να βλέπουμε εκεί που υπάρχουν άνθρωποι που υποφέρουν• εκείνοι περιμένουν από εμάς κάποια φροντίδα για ν’ ανασάνουν και να χαμογελάσουν. Όλα τα όσα ανέφερα προηγουμένως είναι σημαντικές ανθρώπινες αξίες, όπως η αγάπη, η συναδέλφωση, η αλληλεγγύη, η φιλία, η επιδίωξη πάντα του καλού, η αποκατάσταση των κοινωνικών αδικιών και πολλά άλλα. Αν τις δώσουμε την ανάλογη προσοχή, τότε θα ωφεληθούμε και θα εξισορροπήσουμε κάπως τις αρνητικές συνέπειες της οικονομικής κρίσης. Κύριο μέλημα των λογοτεχνών όσον αφορά το παιδικό βιβλίο, θα πρέπει να είναι η ανάπτυξη ενός μεταφορικού και συμβολικού λόγου, ούτως ώστε μία απλή πράξη να αναγάγεται σε δίδαγμα, με πολύ εύληπτο τρόπο, προσφέροντας ταυτόχρονα πνευματικά και ψυχικά οφέλη στους μικρούς μας φίλους.

Ρούλα Τριανταφύλλου:

ΕΡ: Πότε αρχίσατε να γράφετε και από ποιόν Έλληνα Ποιητή/τρια έχετε επηρεαστεί;


Λάσκαρης Ζαράρης:

Ξεκίνησα να γράφω -θα ήμουν τότε περίπου 14 χρονών- κάτι στιχάκια που ανταποκρινόταν σ’ ό,τι ακριβώς μουσική άκουγα και ήταν φυσικό επόμενο να επηρεαστώ από τα ροκ συγκροτήματα τα οποία θαύμαζα, όπως οι περισσότεροι έφηβοι στην αρχή της δεκαετίας του ’80. Η γραφή μου τότε είχε κάτι το πρωτόγονο, το δυναμικό, το ανυπόταχτο, το εριστικό και ταίριαζε απόλυτα με το ευμετάβλητο των συναισθημάτων και την ψυχολογία της εφηβείας. Τα πρώτα διαβάσματά μου ήταν καταλυτικά και απαισιόδοξα: Καρυωτάκης, Πολυδούρη. Αργότερα όμως, που άρχισα να διαβάζω ποιητές για τους οποίους είχαν μεγάλη αξία στην ποίησή τους τα τοπία και το φως, στρεφόμουν σταδιακά στους σουρεαλιστές (Ελύτη, Ρίτσο, Τάσο Λειβαδίτη) προσπαθώντας να εκμεταλλευτώ την απελευθέρωση της φαντασίας στο πλάσιμο των εικόνων και τη διαμόρφωση των στίχων. Και δεν σας κρύβω πως πολλοί από αυτούς έγιναν οι σανίδες σωτηρίας μου σ’ έναν ναυαγισμένο εαυτό στη θάλασσα της ποίησης, όταν πρωτοξεκινούσα με άτεχνα καραβάκια-ποιήματα που δύσκολα εύρισκαν τόπο προορισμού. Κι οι στίχοι μου έψαχναν εναγώνια στεριά, καθώς τα κύματα τούς ταλάνιζαν εδώ κι εκεί, μέχρι να βρουν επιτέλους άξιο τον νου τιμονιέρη.



ΕΡ.:Ποιες είναι οι κύριες πηγές έμπνευση σας;

Λ.Ζ.

Τα ποιήματα ήταν οι ανταποκρίσεις νεανικών ερώτων στην ευαίσθητη καρδιά και ψυχή όταν έκανα τα πρώτα βήματά μου στο άγνωστο και αγωνιζόμουν με τη σκέψη να φέρω την πολυπόθητη προσωπική ισορροπία, κάθε φορά που έντονα πάθη, συναισθήματα θετικά ή αρνητικά πάλευαν το ένα με τ’ άλλο. Στην πορεία μου ανακάλυψα μια έντονη φιλοσοφική διάθεση ν’ απαντηθούν ορισμένα βασικά ερωτήματα και πρώτα-πρώτα το ερώτημα: «Τι είναι η ζωή;». Η ζωή δεν μπορεί παρά να είναι αλληλένδετη με τη γη που την ορίζει ως ένα σημείο. Είναι οι μνήμες που δημιουργούν δυνατά αισθήματα, όπως η νοσταλγία λόγω της μετανάστευσης ή της προσφυγιάς. Κάποιες φορές είναι και ο ατσάλινος, σκληρός χρόνος που ακούγεται στα τραγούδια της μοναξιάς, αλλά και στα τραγούδια της συντροφιάς. Είναι επίσης, η κίνηση του σύμπαντος, η πλησμονή της ψυχής όταν παρόλο που είσαι τόσο μικρός σε μέγεθος, ένα απειροελάχιστο κύτταρο στην ανθρώπινη υπόσταση σου, νιώθεις τόσο «μεγάλος» στο αντίκρισμα του ήλιου που ξεμυτίζει κάθε πρωί στην Ανατολή. Δεν είναι δυνατόν να μην αντλήσεις έμπνευση όταν ακούσεις το τίναγμα των φτερών ενός πουλιού και δεις ένα πανέμορφο άνθος λουλουδιού να κρατά το πρωινό δάκρυ της δροσιάς. Δεν γίνεται να μη σταθείς για πολλή ώρα σ’ ένα ζεστό ανθρώπινο χαμόγελο, σε μια εγκάρδια χειρονομία που σχετίζεται με τον έρωτα, την αγάπη, τη χαρά και τη λύτρωση από τον πόνο. Θα συμπληρώσω πως η πένα κατά κύριο λόγο κινητοποιείται από μία πνευματική και ασώματη μούσα. Η μούσα που αγγίζει με τρυφερότητα και ερωτισμό το χαρτί και μ’ αυτό το θώπευμά της σπάει τη σιωπή και ρίχνει στο χαρτί την ουράνια μελωδία της. Κινητοποιείται επιπρόσθετα από τον Έρωτα για την ανώτερη δύναμη που «όλα σοφά εποίησε», με ταυτόχρονη συνειδητοποίηση πως η επίδρασή του Θεού καθορίζει τη ζωή και τη βελτιώνει.


ΕΡ.:Ποιες είναι οι δυσκολίες της ποιητικής τέχνης;

Λ.Ζ.
Στην ποίηση επιτρέπονται οι μεγαλύτερες συντακτικές και νοηματικές ελευθερίες και μπορούν να χρησιμοποιηθούν οι πιο ακραίοι πειραματισμοί περισσότερο απ’ ό,τι συνηθίζεται στον πεζό λόγο. Αυτό από μόνο του συνιστά μία μεγάλη δυσκολία και έναν μόνιμο προβληματισμό: «Τι θα διαλέξει ο δημιουργός μέσα από την πληθώρα των υλικών που του προσφέρονται; Πώς θα επιβάλλει την τάξη στους στίχους τού ποιήματος, κατασκευάζοντας ταυτόχρονα ένα καλαίσθητο έργο σαν τον ικανό αρχιτέκτονα;». Δεν απασχολεί τους ποιητές μονάχα το θέμα της ιδιοσυγκρασίας και της επιρροής, που αντί να ξεδιαλύνει τα πράγματα αντιθέτως επιτείνει το σκοτάδι σε συζητήσεις σχετικά με το τι ακριβώς είναι η ποίηση. Μέχρι τώρα δεν έχει δοθεί μια ικανοποιητική απάντηση που να καλύπτει τους πάντες. Οι σχολές που δημιουργήθηκαν κάποτε και συνεχίζουν να δημιουργούνται θόλωσαν περισσότερο το τοπίο και κανείς δεν μπορεί να ξεχωρίσει με ευκολία -πέρα από κάποιες μικρές ενδείξεις που θα διαπιστώσει από την εμπειρία του- τι ακριβώς προσδιορίζει το μοντέρνο στυλ και τι το παραδοσιακό. Άλλοι ποιητές δίνουν προσοχή και σημασία στο περιεχόμενο, άλλοι περισσότερο στη μορφή ή και στα δύο. Παραμερίζοντας όμως όλες τις αμφισβητήσεις για το ποιες τεχνικές αποδίδουν ακριβώς στην έκφραση του ποιητικού λόγου, θα μπορούσαμε να διακινδυνεύσουμε έναν ορισμό, λέγοντας ότι «η ποίηση αποτελεί μια ακτινογραφία των φαινομένων -αισθητών και νοητικών- και ταιριάζει σε ανθρώπους που δεν μένουν στην επιφάνεια των πραγμάτων, αλλά διεισδύουν στα άδυτα της ανθρώπινης ύπαρξης».

ΕΡ:Ποιο είναι το μήνυμα που θέλετε να περάσετε μέσα από τα ποιήματά σας;

Λ.Ζ.
Κάθε ποίημα έχει τον δικό του κώδικα και εκπέμπει ένα ξεχωριστό μήνυμα, όλα όμως -υποψιάζομαι- πως ενώνονται σε μια κοινή συνισταμένη, όπου ο ποιητής ως δεινός σκοπευτής σημαδεύει τα πυκνά σκοτάδια κάθε εποχής που κρύβουν τον ήλιο της γνώσης και της αλήθειας. Νιώθω ότι έχω υπογράψει ένα είδος ποινικής ρήτρας με αυστηρούς όρους τήρησης: το όνειρο, την πίστη και την ελπίδα. Έτσι μπαίνει σε κίνηση ένας σύνδεσμος ασταμάτητων αναζητήσεων, μ’ επίκεντρο τον άνθρωπο που υποφέρει και ο πόνος του αυτός καταλαγιάζει όταν πέσει σωτήριο βάλσαμο το θετικό φορτίο της ψυχής. Εκείνο αντιστέκεται στην κόλαση μιας στεγανοποιημένης ζωής, στις απογοητεύσεις, στις διαψεύσεις και στον θάνατο.

ΕΡ:Πόσο δύσκολο είναι για έναν ποιητή να μεταγγίσει τα γραπτά του στους αναγνώστες;

Λ.Ζ.
Ούτως ή άλλως οι ποιητές απευθύνονται σ’ ένα πολύ μικρό αναγνωστικό κοινό και θα τολμούσα να πω πως το μεγαλύτερο τμήμα αυτού γράφει κιόλας. Επειδή ο σύγχρονος τρόπος ζωής οδηγεί τον άνθρωπο στο να διαβάζει εύπεπτα κείμενα και να μην ξοδεύει πολύ χρόνο στην κατανόησή τους, έφερε την ποίηση σε σημείο να παραγκωνιστεί υπό τις βροντερές φωνές και τα ηχηρά βήματα μιας χαμηλής στάθμης λογοτεχνίας, όπου τη μονοπωλεί το μυθιστόρημα και μάλιστα εκείνο που απαιτεί τα λιγότερα πνευματικά εφόδια από τον αναγνώστη. Με αυτό που λέω δεν εννοώ ότι όσοι γράφουν ποίηση δημιουργούν κατ’ ανάγκην έναν κόσμο δυσεξήγητο και άβατο. Υπήρξαν στο παρελθόν ποιητές που μετουσίωσαν τον κοινό πόθο των ανθρώπων για ατομικές και κοινωνικές διεκδικήσεις, σε άφταστους σήμερα στίχους ή κατάφεραν να ενώσουν το προσωπικό τους όραμα μ’ ένα ευρύτερο κοινωνικό, εθνικό, θρησκευτικό και ιδεολογικό όραμα. Θεωρώ ότι σήμερα βαδίζουμε σ’ αυτή τη συγκυρία της ευνοϊκής εποχής για τους ποιητές, αλλά της δοκιμαζόμενης για την κοινωνία: δύσκολοι καιροί, επαναπροσδιορισμός αξιών ατόμων και κοινωνίας, οικονομική κρίση, γενική απόγνωση κι απελπισία. Οι ποιητές θα ενώσουν τις φωνές τους και θ’ ακουστούν δυνατά και με αντίλαλο σ’ όλα τα μήκη και τα πλάτη της ανθρωπότητας.

ΕΡ:Στη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα, ποιο ρόλο έχει ο ποιητής/τρια και ποιοι είναι οι στόχοι του/της;

Λ.Ζ.
Θα δανειστώ τον τίτλο ενός έργου του Δημήτρη Δημητριάδη και θα πω ότι στις μέρες μας όλοι οι Έλληνες νιώθουμε πως «πεθαίνουμε σαν χώρα». Πρέπει όμως να σκεφτούμε βαθιά και να εξηγήσουμε με ποιον τρόπο πεθαίνουμε. Θα μπορούσαμε να χρησιμοποιήσουμε την οικονομική κρίση ως όπλο εναντίον της «αποπνευματοποίησης» της εποχής μας. Βιώνουμε καθημερινά τις συνέπειες ενός υπέρμετρου καταναλωτισμού, ενώ άνθρωποι κάθε ηλικίας και ολόκληρες οικογένειες καταρρέουν οικονομικά και ψυχικά. Δεν δώσαμε τον απαραίτητο χώρο στη λογοτεχνία και τώρα το πληρώνουμε με το γκρέμισμα των πάντων. Δεν είχαμε προαισθανθεί τις «δονήσεις» από καιρό ως νοήμονες και υπεύθυνοι άνθρωποι και φτάσαμε στο σημείο το λειτούργημα του λογοτέχνη και του διανοούμενου να το θεωρούμε πάρεργο και να προσδιορίζουμε τους εργάτες του λόγου με αρνητικές έννοιες και λέξεις. Όλοι οι σύγχρονοι ποιητές επιβάλλεται όσο ποτέ άλλοτε να δώσουμε κουράγιο στον κόσμο και να δημιουργήσουμε ένα καινούργιο όραμα που να ενθουσιάζει και να πείθει. Δεν είμαστε πλέον «οι αιθεροβάμονες ή οι φευγάτοι ονειροπόλοι», είμαστε η ελπίδα της οικουμένης γιατί έχουμε τις δυνάμεις να χαράζουμε έναν τελείως ξεχωριστό δρόμο και να επενδύουμε σε πολλά όνειρα, κάτι όμως που απαιτεί αρκετές θυσίες που δεν υποπίπτουν στην αντίληψη των «ανθρώπων-καταναλωτικών μηχανών».

ΕΡ: Όταν γράφετε, φροντίζετε να προσαρμόζετε τις ιδέες σας ή δε σας ενδιαφέρει η λογική αλληλουχία;

Λ.Ζ.
Η ποίηση είναι μία σύντομη κατάθεση των εσώψυχων και συνήθως δεν περιέχει πρόσωπα ή δράση, ούτε καν υποτυπώδη πλοκή. Κυριαρχεί το συναίσθημα, η πηγαία έμπνευση, η ζωντάνια των εικόνων, που μέσα σε λίγες γραμμές πρέπει να αποτυπωθούν συνδυάζοντας κατάλληλα το εξωτερικό περίβλημα με τον πυρήνα της ιδέας που γέννησε το ποίημα, είτε αυτό γίνεται με την μεγαλύτερη πίστη στο όνειρο και στην αυτόματη γραφή είτε όταν η λογική επεμβαίνει συχνά στη διαδικασία για να βάλει χαλινάρι στο «αφηνιασμένο άτι» της φαντασίας.

ΕΡ:Υπάρχει ποίηση για τις μάζες ή η ποίηση απευθύνεται αποκλειστικά σε μια κλειστή ελίτ;

Λ.Ζ.
Θα ήταν ευχής έργον να αντιμετωπίζεται σήμερα η ποίηση όπως συνέβαινε στις πρωτόγονες και προϊστορικές κοινωνίες, που το ποίημα αποτελούσε μέρος κάποιας λατρευτικής και τελετουργικής διαδικασίας. Κάνοντας σκόπιμα έναν αναχρονισμό, θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο ποιητής είναι ο μάγος της φυλής που μας ενισχύει την πίστη στο αόρατο, ενώ παράλληλα προσφέρει θεραπευτικά βότανα-τους στίχους του στις πονεμένες ανθρώπινες ψυχές με τις προσευχές-ποιήματά του. Η ποίηση δεν απαιτεί εξειδικευμένες γνώσεις από τον αναγνώστη και δεν πρέπει να απευθύνεται σ’ ένα τέτοιο μονάχα κοινό. Ας βεβαιώσουμε στον κόσμο ότι η Ποίηση -αν και κόσμημα κι εργόχειρο του γραπτού λόγου- είναι εντελώς αληθινή, εκφράζει πανανθρώπινες αξίες και σκοπός της δεν είναι να γοητεύσει με ωραία λόγια, αλλά να βρει λύσεις στα καθημερινά προβλήματα του σύγχρονου ανθρώπου. Κυρίως πρέπει να μας ταρακουνήσει απ’ τον μακάριο ύπνο μας και να μας τραβήξει μακριά απ’ τη φαινομενική «ευμάρειά μας».

ΕΡ:Σήμερα τα νέα παιδιά διαβάζουν Ποίηση και κατά πόσο τα αγγίζει; Μήπως τα παιδιά προκαταλαμβάνονται αρνητικά από τον τρόπο διδασκαλίας στο σχολείο; Αλήθεια, διδάσκεται η Ποίηση;

Λ.Ζ.
Πιστεύω ότι τα νέα παιδιά διατηρούν σε μεγάλο βαθμό μια στοργική σχέση με την ποίηση και αυτό φαίνεται από τον τρόπο της σκέψης τους, παρόλο που στις καθημερινές τους συνομιλίες η γλώσσα που χρησιμοποιούν δεν έχει μεγάλη εκφραστική ποικιλία. Δεν διαβάζουν μονάχα τούς δύο μεγάλους νομπελίστες ποιητές, αλλά αναζητούν συνεχώς καινούργιες ποιητικές φωνές οι οποίες εκφράζουν την εποχή που ζουν. Ούτε και τα σύγχρονα τεχνολογικά μέσα αλλοίωσαν ή άμβλυναν αυτή την ενθαρρυντική διαπίστωση, ίσα-ίσα γίνονται πολύτιμοι βοηθοί για τη διάδοση της ποίησης, ιδιαίτερα μέσω του διαδικτύου. Η παιδεία στη χώρα μας λειτουργούσε ανέκαθεν και λειτουργεί ακόμη αναχρονιστικά σε όλα τα επίπεδα, με αποτέλεσμα αντί να διευκολύνει να στήνει εμπόδια σε κάποια ταλέντα, που καθυστερούν έτσι να εμφανιστούν, ενώ υπό άλλες συνθήκες θα ήταν δυνατόν ν’ ανακαλυφθούν έγκαιρα και να προωθηθούν. Αυτό που θα έπρεπε να αναλαμβάνει να κάνει ένας καλά οργανωμένος θεσμός, γίνεται σποραδικά σε περιπτώσεις που τα παιδιά τύχουν στα μαθητικά τους χρόνια μερικούς καθηγητές -από τις εξαιρέσεις του συνόλου- που έχοντας μια σφαιρική αντίληψη για τη Νεοελληνική Λογοτεχνία, διδάσκουν μεταδίδοντας στους μαθητές τους την αγάπη τους γι’ αυτήν. Η Ποίηση μπορεί να διδαχτεί μόνο στα τεχνητά της μέρη, δηλαδή στο μέτρο, στην ομοιοκαταληξία και στον ρυθμό. Όλο το υπόβαθρο που απαιτείται για να γράψει κάποιος, είναι κυρίως υπόθεση δυσάρεστων γεγονότων της ζωής, εμπειριών που έφεραν πόνο και θλίψη και κατόπιν μιας μακράς επώασης στον νου και στην ψυχή, γέννησαν την ανάγκη της λύτρωσης διαμέσω της ποιητικής έκφρασης.

ΕΡ: Οι μεγάλοι εκδοτικοί οίκοι δεν εκδίδουν Ποίηση, πολλοί μικροί προσπαθούν απλώς να εκμεταλλευτούν τους δημιουργούς, είναι το διαδίκτυο μια κάποια λύσις και ποια είναι η σχέση σου με αυτό; (διαδίκτυο)

Λ.Ζ.
Θα επαναλάβω πως οι αριθμοί των πωλήσεων του μυθιστορήματος ευρείας κατανάλωσης, επιβάλλουν τη γιγάντωσή του αφού οι μεγάλοι εκδοτικοί οίκοι είναι φυσικό να στρέφονται συνέχεια στην έκδοση ανάλογων βιβλίων. Πληροφορούμαι από πολλούς λογοτέχνες ότι για να εκδώσεις στις μέρες μας ένα ποιητικό βιβλίο και μάλιστα σε μικρούς εκδοτικούς οίκους, πρέπει να δώσεις αρκετά χρήματα. Ο φτωχός λοιπόν δεν έχει το δικαίωμα να εκθέσει στους αναγνώστες τα ποιήματά του; Και αν πρόκειται για αριστουργήματα και χάσουμε που δεν μας δίνεται η ευκαιρία να τα διαβάσουμε; Το διαδίκτυο από τη στιγμή που εισέδυσε στα σπίτια μας, συνέβαλλε αποφασιστικά στην προβολή της λογοτεχνίας. Τα οφέλη για τον δημιουργό έρχονται άμεσα. Είναι αναμφισβήτητα ένα μεγάλο όπλο εναντίον όσων παραγκωνίζουν σκόπιμα τον λογοτέχνη και δεν του δίνουν φωνή και βήμα έκφρασης. Στις μέρες μας, η γενική οικονομική κρίση έπληξε σοβαρά την αγορά του βιβλίου και το διαδίκτυο αποτελεί μια αναζωογονητική ανάσα που ξεπερνά οποιοδήποτε εμπόδιο. Αυτό διαπιστώνω καθημερινά στο δικό μου μπλογκ: «ΠΑΡΑΘΥΡΟ ΣΤΑ ΟΝΕΙΡΑ» και με χαροποιεί ιδιαίτερα το γεγονός πως η σελίδα αγγίζει κάποιες φορές τις 250 προβολές. Αποδεικνύεται ότι ο κόσμος ενδιαφέρεται για τα γραπτά μου, για τους λογοτεχνικούς διαγωνισμούς που δημοσιεύω, αλλά επίσης για τους νέους λογοτέχνες, με τους οποίους έχω την τιμή να συνεργάζομαι και να προβάλλω δείγματα του έργου τους, φτάνοντας αρκετές φορές σε εκτενείς κριτικές-παρουσιάσεις των βιβλίων που μου στέλνουν. Βέβαια υπάρχει το πρόβλημα ότι το υλικό που παρέχεται από τις διάφορες ιστοσελίδες, μέσα από το πλήθος των δημοσιεύσεων, απαιτεί και αναγνώστες με εξασκημένο μάτι για να ξεχωρίζουν τα αξιόλογα από τα μέτρια έργα, αν και πιστεύω ότι οι περισσότεροι διαχειριστές των σελίδων σέβονται τους αναγνώστες τους και δεν δημοσιεύουν κείμενα που δεν πληρούν τις κατάλληλες προϋποθέσεις. Υπάρχουν αξιόλογοι λογοτέχνες που σε διαφορετική συγκυρία -αν δεν υπήρχε το διαδίκτυο- θα ήταν παντελώς άγνωστοι, αφού τα εκδοτικά κυκλώματα θα τους άφηναν στην άκρη, προωθώντας πάντα τους ίδιους ανθρώπους. Οι περισσότεροι εκδότες δεν τολμούν να εκδώσουν το έργο κάποιου νέου και ταλαντούχου λογοτέχνη, με τον φόβο του χρηματικού ρίσκου, και προτιμούν να στρώσουν τον δρόμο στους ήδη καταξιωμένους. Αυτή η τακτική όμως αφαιρεί από τη λογοτεχνία και υπονομεύει το μέλλον της όταν η δημιουργία ταυτίζεται με το χρηματικό κέρδος. Το διαδίκτυο τελικά απελευθέρωσε τους εργάτες του λόγου από τις καταπιεστικές κατευθύνσεις των εκδοτών.

ΕΡ:Πες τε μου έναν στίχο που σας αγγίζει περισσότερο;

Λ.Ζ.
Αν εννοείται στίχο από κάποιον παλιό και εξαίρετο ποιητή, θα σας αναφέρω και μάλιστα δύο στίχους του Μανώλη Αναγνωστάκη από το ποίημά του με τίτλο: «Ποιητική»: «Σαν πρόκες πρέπει να καρφώνονται οι λέξεις / να μην τις παίρνει ο άνεμος». Αν εννοείται στίχους από εμένα τον ήσσονα κι ερασιτέχνη εραστή της ποίησης, θα σας παρουσιάσω εδώ τέσσερις στίχους από ένα ποίημά μου με τίτλο: «Ορισμοί και κρίσεις», το οποίο περιλαμβάνεται στην ποιητική συλλογή: «Παράθυρο στα όνειρα»: «Αυτό το δημιούργημα να ’ναι αληθινό / ή άκαρπο στολίδι; / Μήπως στο τέρμα του κανένα αντικλείδι / για το μυστήριο του θανάτου και της ζωής;».

ΕΡ:Είναι γεγονός πως η ποίηση ενέχει μελωδία. Πώς μπορεί ένας ποιητής /τρια να «εισάγει» τη μουσική στα ποιήματά του;

Λ.Ζ.
Υπάρχουν γύρω του παντού οι ευκαιρίες για να το πετύχει, αρκεί να εκμεταλλευτεί τη φύση και να αξιοποιήσει τους ήχους της: το θρόισμα των φύλλων, τον παφλασμό των κυμάτων, το φτερούγισμα των πουλιών, το τραγούδι των τζιτζικιών, τους ρυθμικούς χτύπους της βροχής στις τσίγκινες σκεπές και ο,τιδήποτε άλλο. Το τοπίο όλης της Ελλάδας είναι μαγευτικό και δημιουργεί άπειρες συγκινήσεις. Η ίδια μας η γλώσσα είναι τόσο σοφά πλασμένη, με αρμονία, που οι λέξεις από μόνες τους δημιουργούν μελωδία. Ίσα-ίσα που πρέπει να βάλει λίγο το χεράκι του ο δημιουργός για να κατευθύνει και να συγχρονίσει όλα αυτά που του προσφέρονται ως ευλογία Θεού και να γίνει ο μαέστρος μιας πολυφωνικής συμφωνικής ορχήστρας.
ΕΡ: Βλέπουμε τα τελευταία χρόνια να εκδίδονται ολοένα και περισσότερα βιβλία στην Ελλάδα. Τελικά είναι θέμα αστείρευτου ταλέντου σ’ αυτόν τον τόπο, ή απλά έγινε μόδα;

Λ.Ζ.
Θα χρησιμοποιήσω το σωκρατικό γνωμικό: «Ουκ εν τω πολλώ το ευ» αλλά και αυτό υπό προϋποθέσεις. Ακόμη και αν εκδίδονται σήμερα κατά κόρον μέτριας αξίας έργα, είναι προς όφελος του βιβλίου, των δημιουργών και των αναγνωστών γιατί με αυτόν τον τρόπο προοδεύει η εγχώρια λογοτεχνία. Το γεγονός ότι στις μέρες μας είναι πιο εύκολο να εκδώσεις βιβλίο απ’ ό,τι σε παλιότερες εποχές -παρακάμπτοντας πρώτα τα οικονομικά εμπόδια- αυξάνει ταυτόχρονα τις πιθανότητες για αναγνώριση σε πιο νεαρή ηλικία. Σκεφτείτε ότι αξιόλογοι ποιητές που εμφανίστηκαν στο παρελθόν στα ελληνικά γράμματα, αναγνωρίστηκαν μετά τον θάνατό τους, πράγμα που σημαίνει πως ή στην εποχή τους η επίδραση των έργων τους ήταν πολύ μικρή ή το πιο πιθανόν η καταξίωσή τους απαιτούσε βάθος χρόνου για να παγιωθεί στη συνείδηση των συναδέλφων τους λογοτεχνών, των κριτικών και των αναγνωστών. Ακόμη και κάποιος που δεν γνωρίζει πολλά πράγματα για τη λογοτεχνία, μπορεί να αναγνωρίσει ένα ταλέντο από τη φυσικότητα τής ροής τού λόγου του, από την ανεξάντλητη διαδοχή των εικόνων και το κατάλληλο ταίριασμά τους με τα νοήματα. Καταλαβαίνεις αμέσως πότε η έμπνευση είναι πηγαία και ο δημιουργός δεν επιδίδεται σε άτεχνη συρραφή σκέψεων και καλολογικών στοιχείων και μάλιστα χωρίς να δίνεται άμεσα ή έμμεσα κάποιο υπαρξιακό, κοινωνικό ή μεταφυσικό μήνυμα. Από εκεί και πέρα βέβαια, χρειάζεται μια αντικειμενική θεώρηση των δειγμάτων τού έργου του από αξιόπιστους κριτικούς-λειτουργούς τής λογοτεχνίας, ούτως ώστε λαμβάνοντας εκείνος σοβαρά υπόψη τη γνώμη τους και τις συμβουλές τους, να εξελιχτεί και να ωριμάσει λογοτεχνικά.

ΕΡ: Οι κριτικοί σ’ όλα τα είδη της τέχνης διαμορφώνουν το επίπεδο, ανυψώνοντας ή κατακρεουργώντας τους καλλιτέχνες. Τελικά έχει σημασία η παρουσία κριτικών στους τομείς της τέχνης; Κατά πόσο λειτουργεί αμερόληπτα σε μια εποχή που τα πάντα διαβρώνονται;

Λ.Ζ.
Στην εποχή μας η κριτική έχει καταντήσει ανταλλαγή φιλοφρονήσεων και εξυπηρετήσεων μεταξύ φίλων. Όποιος κινείται εκτός του κυκλώματος συνδιαλλαγής δεν έχει μεγάλες πιθανότητες να γράψουν για το έργο του κάτι ενθαρρυντικό. Οι κριτικοί συνήθως δρουν ως εντολοδόχοι των μεγάλων εκδοτικών οίκων και μισθώνονται για τις υπηρεσίες τους γράφοντας θετικές κριτικές για βιβλία σε εφημερίδες μεγάλης κυκλοφορίας. Στο διαδίκτυο όπου τα πράγματα είναι περισσότερο αγνά, γράφεται συχνά ο λόγος τής αλήθειας και οι κριτικοί κάνουν ανεπηρέαστοι τη δουλειά τους, έστω και αν πολλοί από αυτούς αυτοαποκαλούνται με αυτή την ιδιότητα, χωρίς να έχουν συνειδητοποιήσει τη σοβαρότητα τού ρόλου τους και χωρίς να διαθέτουν τα ανάλογα πνευματικά εφόδια. Στην καλύτερη των περιπτώσεων είναι να πέσουν έξω στις εκτιμήσεις τους από άγνοια και όχι από σκοπιμότητα, κάνοντας επικριτικά σχόλια για το έργο κάποιου λογοτέχνη και για το μέλλον του. Η πορεία όμως κάποιων μπορεί να τους διαψεύσει. Η κριτική θα ωφελούσε σαφώς τα λογοτεχνικά έργα και τους δημιουργούς, αν καθιερωνόταν ορισμένες αντικειμενικές σταθερές για την αξιολόγηση των κειμένων (του ωραίου, του μέτριου και του κακού), μακριά από τα κριτήρια του προσωπικού γούστου. Η άποψή μου είναι ότι οι αληθινά «μεγάλοι» ποιητές δεν τυχαίνουν αναγνώρισης σε αυτή τη ζωή. Το βάθος της ποίησης που αντιπροσωπεύει κάθε δημιουργός, χρειάζεται πολύ χρόνο για να εκτιμηθεί σφαιρικά. Απαιτεί όμως και ευαίσθητους κριτές, με αγάπη για τον δημιουργό και τα ποιήματα, για να ξεχωρίσουν αυτά που γράφονται στα βράχια απ’ όσα γράφονται στην άμμο.

ΕΡ:Τι σας βοηθάει περισσότερο να απελευθερώσετε την έμπνευσής σας;

Λ.Ζ.
Κάθε στιγμή είναι πολύτιμη και η σκέψη μου βρίσκεται συνεχώς σε ετοιμότητα, με τον φόβο μην τυχόν τής ξεφύγει η πιο αθόρυβη και ανεπαίσθητη κίνηση τού απτού κόσμου. Γίνονται γύρω μας άπειρα θαύματα, που μας διαφεύγουν γιατί εγκαταλείψαμε τον φυσικό και ποιητικό τρόπο ζωής. Η έμπνευση δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένα καλοδεχούμενο θαύμα που γαντζώνεται πάνω του ο ποιητής και μεταμορφώνεται στον ουσιαστικότερο δέκτη των φανερών και κρυφών δυνάμεων τού σύμπαντος.

Σας ευχαριστώ πολύ κ. Ζαράρη .Εύχομαι καλή συνέχεια στο έργο σας ,πάντα επιτυχίες.
ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΕΣ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ
Συνέντευξη-  Λάσκαρη Ζαράρη ,
στη Ρούλα Τριανταφύλλου


Σήμερα η σελίδα μας φιλοξενεί  τον Λάσκαρη Π. Ζαράρη. Έναν αξιόλογο Λογοτέχνη    με πλούσιο συγγραφικό  έργο . Και πολλές διακρίσεις και βραβεία, από Φιλολογικούς Συλλόγους, Ενώσεις Λογοτεχνών, Πολιτιστικές Εταιρείες και Λογοτεχνικά Περιοδικά σε πανελλήνιους λογοτεχνικούς διαγωνισμούς σε διαφορετικά είδη του λόγου: Ποίηση, Διήγημα, Δοκίμιο, Νουβέλα και παιδικό Μυθιστόρημα. Η πρώτη ποιητική του συλλογή : «Παράθυρο στα όνειρα»βραβεύτηκε από τον Διεθνή Πολιτιστικό Οργανισμό «Το Καφενείο των Ιδεών» το έτος 2010 Επίσης το βιβλίο με τίτλο: «Το νησί και το αθάνατο νερό» βραβεύτηκε σαν ανέκδοτο έργο από τον Φιλολογικό Σύλλογο «Παρνασσός» το έτος 2010 και σαν βιβλίο από τον Ελληνικό Πολιτιστικό Όμιλο Κυπρίων της Αθήνας το έτος 2012. Καθώς  και ένα εικονογραφημένο παραμύθι με τίτλο: «Μία σημαντική αποστολή» από την Εταιρεία Τεχνών, Επιστήμης & Πολιτισμού. Είναι τακτικό μέλος της Ένωσης Λογοτεχνών Βορείου Ελλάδος, της Αμφικτυονίας Ελληνισμού, της Διασπορικής Λογοτεχνικής Στοάς, του Ελληνικού Πολιτιστικού Ομίλου Κυπρίων της Αθήνας και του Φιλοπρόοδου Συλλόγου Νέας Αγχιάλου. Δημοσιεύει ποιήματα και διηγήματα στις εφημερίδες: «Νέα Αγχίαλος» και «Κυπριακός Ελληνισμός», στα λογοτεχνικά περιοδικά: «Μουσών Μέλαθρον», «Δευκαλίων ο Θεσσαλός», «Νέα Αριάδνη» και «Πνευματική Ζωή», στο διαδίκτυο και ιδιαίτερα στο προσωπικό του blog: ''parathyrostaoneira'' όπου παρουσιάζει το έργο νέων δημιουργών (κυρίως ποιητών αλλά και πεζογράφων), κάνοντας εκτενείς κριτικές μελέτες. Έχει διατελέσει μέλος κριτικών επιτροπών αξιολόγησης σε λογοτεχνικούς διαγωνισμούς Ποίησης και Διηγήματος. 

κ.Ζαράρη καλώς ήρθατε ,σας ευχαριστώ  για την τιμή που μας κάνετε σας φιλοξενήσουμε  στην σελίδα μας, παίρνοντας  αφορμή , την ενασχόληση  σας-συγγραφή-   με το  παιδικό βιβλίο, θα ήθελα πρώτα ,να μας πείτε,  λίγα λόγια γι’αυτό. Τι σας ώθησε να ασχοληθείτε με την παιδική λογοτεχνία;

Λάσκαρης Ζαράρης:
Μια όψιμη ευαισθησία που μέχρι πρότινος με οδηγούσε στη συγγραφή βιβλίων για ενήλικες. Μια έντονη διάθεση για γόνιμη φαντασία με ταυτόχρονη ανάληψη της ευθύνης που συνεπάγεται η ενασχόληση με το παιδί ως ξεχωριστής, ιδιαίτερης, με διαφορετικές επιθυμίες και απαιτήσεις ανθρώπινη μονάδας. Μακριά από τις συμβάσεις που βασανίζουν τους ενήλικες, θέλησα να γίνω σαν έναν μικρό εξερευνητή που συνεχώς προσπαθεί να λύσει τις απορίες του σχετικά με τη φύση και τη λειτουργία των ζωντανών οργανισμών και των αντικειμένων. 
      Ρούλα Τριανταφύλλου:

~~Πόσο δύσκολο είναι για τον λογοτέχνη ν’ αγγίξει με την πένα του τις ευαίσθητες ψυχές των παιδιών;


Λάσκαρης.Ζαράρης.
~~Μπορεί να επιτύχει ν’ αγγίξει σε μεγάλο βαθμό τους μικρούς αναγνώστες, αρκεί να αξιοποιήσει αρκετά στοιχεία από το είδος του παραμυθιού, μιλώντας έμμεσα, έχοντας πάντα κατά νου πως το παιδί ξεχωρίζει εύκολα το καλό από το κακό και βιώνει μεγάλες αλήθειες λόγω της διαίσθησής του. Θα έχετε παρατηρήσει βέβαια πως με αυτό το είδος τολμούν να ασχοληθούν κυρίως οι εκπαιδευτικοί, οι οποίοι λόγω της φύσης τής δουλειάς τους, διαθέτουν κάποιες γνωστικές βάσεις -ψυχολογίας και παιδαγωγικής- για να προσεγγίσουν με τους κατάλληλους τρόπους τα άδυτα της παιδικής ψυχής. Από την άλλη όμως, δεν αρκεί αυτή η γνώση, αν δεν συνδυάζεται από μία παιγνιώδη γραφή, που κάτω από τη διασκεδαστική ροή της πλοκής και των περιπετειών να κάνει κατανοητά άφθονα μηνύματα τα οποία και θα αποτελέσουν τους αληθινούς «θησαυρούς» του, για να ωφεληθεί το παιδί στη μετέπειτα πορεία του και να προετοιμαστεί για τη δύσκολη ενηλικίωση του. Ο σπόρος που θα ρίξει ο λογοτέχνης με τη γραφή του, με τις λέξεις του, τα συναισθήματά του, θα πρέπει να είναι αγνός, αληθινός, απροσποίητος. 
 
    Ερ.~~: Ως πατέρας ανήλικων παιδιών, γνωρίζετε ότι τα παιδιά έχουν ευαίσθητα αισθητήρια όργανα κι αντιλαμβάνονται το κάθε τι γύρω τους. Πώς μπορεί ο λογοτέχνης μέσα απ’ τα βιβλία του, εκτός από το να δώσει κάποια ηθικά διδάγματα, να προβληματίσει τα παιδιά που χωρίς αμφιβολία ζουν σήμερα σ’ έναν κόσμο που αλλιώς τον ονειρεύτηκαν. Με ποιον τρόπο μπορεί να τους αναθερμάνει την ελπίδα και την αισιοδοξία για μια δημιουργική συνέχεια της ζωής τους;



     
       
Απ~~:Ο προβληματισμός, στις περισσότερες περιπτώσεις αποτελεί ένδειξη ωρίμανσης του ατόμου, ωστόσο στις μέρες μας λόγω των ραγδαίων τεχνολογικών και επιστημονικών εξελίξεων, τα παιδιά βιώνουν -πιστεύω- ένα πρώιμο στάδιο ενηλικίωσης και είναι δεκτικά σε ανάλογες ανησυχίες που διατυπώνονται, έστω και αν αυτό που γίνεται δεν συμβαδίζει απόλυτα με την ηλικία τους. Το παιδί πρέπει να αισθανθεί ασφάλεια, να νιώθει παντοδύναμο, να κοιτάζει με αισιοδοξία μπροστά του, να του δίνουμε αγάπη αδιάκοπα αλλά και τη βεβαιότητα ότι διαθέτει τις δυνάμεις που ίσως εμείς σαν παιδιά δεν είχαμε κάποτε. Είναι απαραίτητο και πολύ ωφέλιμο για εκείνο να ελπίζει ότι θα καταφέρει να χτίσει έναν κόσμο από την αρχή. Και άραγε, τι του προσφέρουμε εμείς με τον δικό μας τρόπο και από τον τομέα που υπηρετούμε; Το κατευθύνουμε σωστά στα πρώτα σημαντικά βήματα της ζωής του ή του δημιουργούμε ανησυχία, θολές καταστάσεις και το τοποθετούμε συνεχώς σ’ έναν επικίνδυνο λαβύρινθο; Εδώ ακριβώς έγκειται και το μεγαλύτερο πρόβλημα και πρέπει να αναρωτηθούμε αν αυτοί που προσφέρουν τόσο χαμηλής ποιότητας υλικό προς κατανάλωση των παιδιών, έχουν αντιληφτεί την αρνητική κι εγκληματική επιρροή τους στη διαμόρφωση του χαρακτήρα των μικρών μας φίλων. Τα αποκρουστικά και δύσμορφα τέρατα με τις απαίσιες κραυγές που πρωταγωνιστούν στις παιδικές σειρές στην τηλεόραση, λες και βγαίνουν από τους χειρότερους εφιάλτες των παιδιών, ρουφούν την ενεργητικότητά τους και τις υγιείς δυνάμεις τους, προσθέτοντάς τα μόνο φόβο και ζημιογόνα αισθήματα. Αυτό δεν αποτελεί ηθικολογία αλλά μια αδιαμφισβήτητη πραγματικότητα, γιατί απέχουν πολύ οι παιδικές σειρές που βλέπαμε τότε εμείς από τις σειρές που παρακολουθούν τα σημερινά παιδιά. 
            
~~~Ερωτ:Η κρίση που περνάμε στις μέρες μας, είναι βέβαια οικονομική αλλά στο βάθος της είναι κρίση πνευματική και ηθική, κυρίως κρίση αξιών. Μπορεί ο λογοτέχνης μέσα από το έργο του να οπλίσει τα παιδιά με θάρρος για ν’ αντιμετωπίσουν τις δύσκολες καταστάσεις που βιώνουν στο οικογενειακό τους περιβάλλον, στο σχολείο, αλλά και μέσα απ’ τις συντροφιές τους, μιας κι εκείνα αποτελούν τους άμεσους αποδέκτες των ασταθών πια κοινωνικών σχέσεων των γονιών τους και γενικά των μεγάλων σε ηλικία ανθρώπων, εξαιτίας της γενικότερης ανασφάλειας που επικρατεί στην καθημερινή ζωή όλων των Ελλήνων; 


Απ~~.:Μια καλή αρχή γίνεται όταν τα παιδιά ανακαλύψουν τη χαρά της ανάγνωσης και κατά συνέπεια μπορέσουν να ξεφύγουν εύκολα από το κακόγουστο των εικόνων που δίνονται καταιγιστικά στην τηλεόραση αλλά και στην πραγματική ζωή. Μπορούν ακόμη να ταυτιστούν με τους ήρωες ενός όμορφου βιβλίου, να μιμηθούν τις ανθρώπινες συμπεριφορές τους. Απομένει λοιπόν, οι γονείς τους να τους στρέψουν την προσοχή και το ενδιαφέρον στο ωφέλιμο ανάγνωσμα. Με αυτό τον τρόπο θα αποφευχθούν παραβατικές συμπεριφορές, όπως η βία και η επιθετικότητα, ενώ αντίθετα θα αναδεικνύονται τα ξεχωριστά ψυχικά χαρίσματα κάθε παιδιού. Πρέπει να ωθήσουμε τα παιδιά να ονειρεύονται συνεχώς, πρώτα απ’ όλα έναν κόσμο καλύτερο, γιατί στο παιδικό μυαλό γεννιούνται αμέτρητες απορίες που δεν βρίσκουν συχνά απάντηση. Δεν πείθουν οι απαντήσεις των μεγάλων. Το παιδί ίσως σκεφτεί: «Κι αν δεν μπορέσω να αλλάξω τον κόσμο, τι θα γίνει τελικά; Θα νιώσω απογοήτευση και λύπη;». Πρέπει να του εξηγήσουμε ότι μόνος του κανείς δεν μπορεί να καταφέρει πολλά απ’ όσα ονειρεύεται, αφού πρέπει να τον βοηθήσουν κι άλλοι άνθρωποι για να πετύχει σε αυτό. Πρέπει εκείνο να δημιουργήσει πολλούς και καλούς φίλους ώστε να γίνει δυνατό και να κάνει τη ζωή του πιο όμορφη. Υπάρχουν παιδιά που πεινάνε σε κάποιες άλλες χώρες και κανείς δεν έχει τη διάθεση να τα προσφέρει κάτι από το δικό του περίσσευμα. Κι εμείς γιατί να μην μπορούμε να κάνουμε τίποτα για να τα βοηθήσουμε; Για να κάνουμε καλύτερο τον κόσμο μέσα στον οποίο ζούμε, πρέπει να βλέπουμε εκεί που υπάρχουν άνθρωποι που υποφέρουν• εκείνοι περιμένουν από εμάς κάποια φροντίδα για ν’ ανασάνουν και να χαμογελάσουν. Όλα τα όσα ανέφερα προηγουμένως είναι σημαντικές ανθρώπινες αξίες, όπως η αγάπη, η συναδέλφωση, η αλληλεγγύη, η φιλία, η επιδίωξη πάντα του καλού, η αποκατάσταση των κοινωνικών αδικιών και πολλά άλλα. Αν τις δώσουμε την ανάλογη προσοχή, τότε θα ωφεληθούμε και θα εξισορροπήσουμε κάπως τις αρνητικές συνέπειες της οικονομικής κρίσης. Κύριο μέλημα των λογοτεχνών όσον αφορά το παιδικό βιβλίο, θα πρέπει να είναι η ανάπτυξη ενός μεταφορικού και συμβολικού λόγου, ούτως ώστε μία απλή πράξη να αναγάγεται σε δίδαγμα, με πολύ εύληπτο τρόπο, προσφέροντας ταυτόχρονα πνευματικά και ψυχικά οφέλη στους μικρούς μας φίλους.


Ρούλα Τριανταφύλλου:

ΕΡ: Πότε αρχίσατε να γράφετε και από ποιόν Έλληνα Ποιητή/τρια έχετε επηρεαστεί;

 
Λάσκαρης Ζαράρης:

Ξεκίνησα να γράφω -θα ήμουν τότε περίπου 14 χρονών- κάτι στιχάκια που ανταποκρινόταν σ’ ό,τι ακριβώς μουσική άκουγα και ήταν φυσικό επόμενο να επηρεαστώ από τα ροκ συγκροτήματα τα οποία θαύμαζα, όπως οι περισσότεροι έφηβοι στην αρχή της δεκαετίας του ’80. Η γραφή μου τότε είχε κάτι το πρωτόγονο, το δυναμικό, το ανυπόταχτο, το εριστικό και ταίριαζε απόλυτα με το ευμετάβλητο των συναισθημάτων και την ψυχολογία της εφηβείας. Τα πρώτα διαβάσματά μου ήταν καταλυτικά και απαισιόδοξα: Καρυωτάκης, Πολυδούρη. Αργότερα όμως, που άρχισα να διαβάζω ποιητές για τους οποίους είχαν μεγάλη αξία στην ποίησή τους τα τοπία και το φως, στρεφόμουν σταδιακά στους σουρεαλιστές (Ελύτη, Ρίτσο, Τάσο Λειβαδίτη) προσπαθώντας να εκμεταλλευτώ την απελευθέρωση της φαντασίας στο πλάσιμο των εικόνων και τη διαμόρφωση των στίχων. Και δεν σας κρύβω πως πολλοί από αυτούς έγιναν οι σανίδες σωτηρίας μου σ’ έναν ναυαγισμένο εαυτό στη θάλασσα της ποίησης, όταν πρωτοξεκινούσα με άτεχνα καραβάκια-ποιήματα που δύσκολα εύρισκαν τόπο προορισμού. Κι οι στίχοι μου έψαχναν εναγώνια στεριά, καθώς τα κύματα τούς ταλάνιζαν εδώ κι εκεί, μέχρι να βρουν επιτέλους άξιο τον νου τιμονιέρη.

  

ΕΡ.:Ποιες είναι οι κύριες πηγές έμπνευση σας; 


Λ.Ζ.

Τα ποιήματα ήταν οι ανταποκρίσεις νεανικών ερώτων στην ευαίσθητη καρδιά και ψυχή όταν έκανα τα πρώτα βήματά μου στο άγνωστο και αγωνιζόμουν με τη σκέψη να φέρω την πολυπόθητη προσωπική ισορροπία, κάθε φορά που έντονα πάθη, συναισθήματα θετικά ή αρνητικά πάλευαν το ένα με τ’ άλλο. Στην πορεία μου ανακάλυψα μια έντονη φιλοσοφική διάθεση ν’ απαντηθούν ορισμένα βασικά ερωτήματα και πρώτα-πρώτα το ερώτημα: «Τι είναι η ζωή;». Η ζωή δεν μπορεί παρά να είναι αλληλένδετη με τη γη που την ορίζει ως ένα σημείο. Είναι οι μνήμες που δημιουργούν δυνατά αισθήματα, όπως η νοσταλγία λόγω της μετανάστευσης ή της προσφυγιάς. Κάποιες φορές είναι και ο ατσάλινος, σκληρός χρόνος που ακούγεται στα τραγούδια της μοναξιάς, αλλά και στα τραγούδια της συντροφιάς. Είναι επίσης, η κίνηση του σύμπαντος, η πλησμονή της ψυχής όταν παρόλο που είσαι τόσο μικρός σε μέγεθος, ένα απειροελάχιστο κύτταρο στην ανθρώπινη υπόσταση σου, νιώθεις τόσο «μεγάλος» στο αντίκρισμα του ήλιου που ξεμυτίζει κάθε πρωί στην Ανατολή. Δεν είναι δυνατόν να μην αντλήσεις έμπνευση όταν ακούσεις το τίναγμα των φτερών ενός πουλιού και δεις ένα πανέμορφο άνθος λουλουδιού να κρατά το πρωινό δάκρυ της δροσιάς. Δεν γίνεται να μη σταθείς για πολλή ώρα σ’ ένα ζεστό ανθρώπινο χαμόγελο, σε μια εγκάρδια χειρονομία που σχετίζεται με τον έρωτα, την αγάπη, τη χαρά και τη λύτρωση από τον πόνο. Θα συμπληρώσω πως η πένα κατά κύριο λόγο κινητοποιείται από μία πνευματική και ασώματη μούσα. Η μούσα που αγγίζει με τρυφερότητα και ερωτισμό το χαρτί και μ’ αυτό το θώπευμά της σπάει τη σιωπή και ρίχνει στο χαρτί την ουράνια μελωδία της. Κινητοποιείται επιπρόσθετα από τον Έρωτα για την ανώτερη δύναμη που «όλα σοφά εποίησε», με ταυτόχρονη συνειδητοποίηση πως η επίδρασή του Θεού καθορίζει τη ζωή και τη βελτιώνει. 

   
ΕΡ.:Ποιες είναι οι δυσκολίες της ποιητικής τέχνης; 

   Λ.Ζ.
Στην ποίηση επιτρέπονται οι μεγαλύτερες συντακτικές και νοηματικές ελευθερίες και μπορούν να χρησιμοποιηθούν οι πιο ακραίοι πειραματισμοί περισσότερο απ’ ό,τι συνηθίζεται στον πεζό λόγο. Αυτό από μόνο του συνιστά μία μεγάλη δυσκολία και έναν μόνιμο προβληματισμό: «Τι θα διαλέξει ο δημιουργός μέσα από την πληθώρα των υλικών που του προσφέρονται; Πώς θα επιβάλλει την τάξη στους στίχους τού ποιήματος, κατασκευάζοντας ταυτόχρονα ένα καλαίσθητο έργο σαν τον ικανό αρχιτέκτονα;». Δεν απασχολεί τους ποιητές μονάχα το θέμα της ιδιοσυγκρασίας και της επιρροής, που αντί να ξεδιαλύνει τα πράγματα αντιθέτως επιτείνει το σκοτάδι σε συζητήσεις σχετικά με το τι ακριβώς είναι η ποίηση. Μέχρι τώρα δεν έχει δοθεί μια ικανοποιητική απάντηση που να καλύπτει τους πάντες. Οι σχολές που δημιουργήθηκαν κάποτε και συνεχίζουν να δημιουργούνται θόλωσαν περισσότερο το τοπίο και κανείς δεν μπορεί να ξεχωρίσει με ευκολία -πέρα από κάποιες μικρές ενδείξεις που θα διαπιστώσει από την εμπειρία του- τι ακριβώς προσδιορίζει το μοντέρνο στυλ και τι το παραδοσιακό. Άλλοι ποιητές δίνουν προσοχή και σημασία στο περιεχόμενο, άλλοι περισσότερο στη μορφή ή και στα δύο. Παραμερίζοντας όμως όλες τις αμφισβητήσεις για το ποιες τεχνικές αποδίδουν ακριβώς στην έκφραση του ποιητικού λόγου, θα μπορούσαμε να διακινδυνεύσουμε έναν ορισμό, λέγοντας ότι «η ποίηση αποτελεί μια ακτινογραφία των φαινομένων -αισθητών και νοητικών- και ταιριάζει σε ανθρώπους που δεν μένουν στην επιφάνεια των πραγμάτων, αλλά διεισδύουν στα άδυτα της ανθρώπινης ύπαρξης». 



ΕΡ:Ποιο είναι το μήνυμα που θέλετε να περάσετε μέσα από τα ποιήματά σας; 

      Λ.Ζ.
Κάθε ποίημα έχει τον δικό του κώδικα και εκπέμπει ένα ξεχωριστό μήνυμα, όλα όμως -υποψιάζομαι- πως ενώνονται σε μια κοινή συνισταμένη, όπου ο ποιητής ως δεινός σκοπευτής σημαδεύει τα πυκνά σκοτάδια κάθε εποχής που κρύβουν τον ήλιο της γνώσης και της αλήθειας. Νιώθω ότι έχω υπογράψει ένα είδος ποινικής ρήτρας με αυστηρούς όρους τήρησης: το όνειρο, την πίστη και την ελπίδα. Έτσι μπαίνει σε κίνηση ένας σύνδεσμος ασταμάτητων αναζητήσεων, μ’ επίκεντρο τον άνθρωπο που υποφέρει και ο πόνος του αυτός καταλαγιάζει όταν πέσει σωτήριο βάλσαμο το θετικό φορτίο της ψυχής. Εκείνο αντιστέκεται στην κόλαση μιας στεγανοποιημένης ζωής, στις απογοητεύσεις, στις διαψεύσεις και στον θάνατο. 

ΕΡ:Πόσο δύσκολο είναι για έναν ποιητή να μεταγγίσει τα γραπτά του στους αναγνώστες; 

          Λ.Ζ.
Ούτως ή άλλως οι ποιητές απευθύνονται σ’ ένα πολύ μικρό αναγνωστικό κοινό και θα τολμούσα να πω πως το μεγαλύτερο τμήμα αυτού γράφει κιόλας. Επειδή ο σύγχρονος τρόπος ζωής οδηγεί τον άνθρωπο στο να διαβάζει εύπεπτα κείμενα και να μην ξοδεύει πολύ χρόνο στην κατανόησή τους, έφερε την ποίηση σε σημείο να παραγκωνιστεί υπό τις βροντερές φωνές και τα ηχηρά βήματα μιας χαμηλής στάθμης λογοτεχνίας, όπου τη μονοπωλεί το μυθιστόρημα και μάλιστα εκείνο που απαιτεί τα λιγότερα πνευματικά εφόδια από τον αναγνώστη. Με αυτό που λέω δεν εννοώ ότι όσοι γράφουν ποίηση δημιουργούν κατ’ ανάγκην έναν κόσμο δυσεξήγητο και άβατο. Υπήρξαν στο παρελθόν ποιητές που μετουσίωσαν τον κοινό πόθο των ανθρώπων για ατομικές και κοινωνικές διεκδικήσεις, σε άφταστους σήμερα στίχους ή κατάφεραν να ενώσουν το προσωπικό τους όραμα μ’ ένα ευρύτερο κοινωνικό, εθνικό, θρησκευτικό και ιδεολογικό όραμα. Θεωρώ ότι σήμερα βαδίζουμε σ’ αυτή τη συγκυρία της ευνοϊκής εποχής για τους ποιητές, αλλά της δοκιμαζόμενης για την κοινωνία: δύσκολοι καιροί, επαναπροσδιορισμός αξιών ατόμων και κοινωνίας, οικονομική κρίση, γενική απόγνωση κι απελπισία. Οι ποιητές θα ενώσουν τις φωνές τους και θ’ ακουστούν δυνατά και με αντίλαλο σ’ όλα τα μήκη και τα πλάτη της ανθρωπότητας. 





ΕΡ:Στη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα, ποιο ρόλο έχει ο ποιητής/τρια και ποιοι είναι οι στόχοι του/της; 

    Λ.Ζ.
Θα δανειστώ τον τίτλο ενός έργου του Δημήτρη Δημητριάδη και θα πω ότι στις μέρες μας όλοι οι Έλληνες νιώθουμε πως «πεθαίνουμε σαν χώρα». Πρέπει όμως να σκεφτούμε βαθιά και να εξηγήσουμε με ποιον τρόπο πεθαίνουμε. Θα μπορούσαμε να χρησιμοποιήσουμε την οικονομική κρίση ως όπλο εναντίον της «αποπνευματοποίησης» της εποχής μας. Βιώνουμε καθημερινά τις συνέπειες ενός υπέρμετρου καταναλωτισμού, ενώ άνθρωποι κάθε ηλικίας και ολόκληρες οικογένειες καταρρέουν οικονομικά και ψυχικά. Δεν δώσαμε τον απαραίτητο χώρο στη λογοτεχνία και τώρα το πληρώνουμε με το γκρέμισμα των πάντων. Δεν είχαμε προαισθανθεί τις «δονήσεις» από καιρό ως νοήμονες και υπεύθυνοι άνθρωποι και φτάσαμε στο σημείο το λειτούργημα του λογοτέχνη και του διανοούμενου να το θεωρούμε πάρεργο και να προσδιορίζουμε τους εργάτες του λόγου με αρνητικές έννοιες και λέξεις. Όλοι οι σύγχρονοι ποιητές επιβάλλεται όσο ποτέ άλλοτε να δώσουμε κουράγιο στον κόσμο και να δημιουργήσουμε ένα καινούργιο όραμα που να ενθουσιάζει και να πείθει. Δεν είμαστε πλέον «οι αιθεροβάμονες ή οι φευγάτοι ονειροπόλοι», είμαστε η ελπίδα της οικουμένης γιατί έχουμε τις δυνάμεις να χαράζουμε έναν τελείως ξεχωριστό δρόμο και να επενδύουμε σε πολλά όνειρα, κάτι όμως που απαιτεί αρκετές θυσίες που δεν υποπίπτουν στην αντίληψη των «ανθρώπων-καταναλωτικών μηχανών». 



ΕΡ: Όταν γράφετε, φροντίζετε να προσαρμόζετε τις ιδέες σας ή δε σας ενδιαφέρει η λογική αλληλουχία; 

   Λ.Ζ.
Η ποίηση είναι μία σύντομη κατάθεση των εσώψυχων και συνήθως δεν περιέχει πρόσωπα ή δράση, ούτε καν υποτυπώδη πλοκή. Κυριαρχεί το συναίσθημα, η πηγαία έμπνευση, η ζωντάνια των εικόνων, που μέσα σε λίγες γραμμές πρέπει να αποτυπωθούν συνδυάζοντας κατάλληλα το εξωτερικό περίβλημα με τον πυρήνα της ιδέας που γέννησε το ποίημα, είτε αυτό γίνεται με την μεγαλύτερη πίστη στο όνειρο και στην αυτόματη γραφή είτε όταν η λογική επεμβαίνει συχνά στη διαδικασία για να βάλει χαλινάρι στο «αφηνιασμένο άτι» της φαντασίας. 



ΕΡ:Υπάρχει ποίηση για τις μάζες ή η ποίηση απευθύνεται αποκλειστικά σε μια κλειστή ελίτ; 

Λ.Ζ.
Θα ήταν ευχής έργον να αντιμετωπίζεται σήμερα η ποίηση όπως συνέβαινε στις πρωτόγονες και προϊστορικές κοινωνίες, που το ποίημα αποτελούσε μέρος κάποιας λατρευτικής και τελετουργικής διαδικασίας. Κάνοντας σκόπιμα έναν αναχρονισμό, θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο ποιητής είναι ο μάγος της φυλής που μας ενισχύει την πίστη στο αόρατο, ενώ παράλληλα προσφέρει θεραπευτικά βότανα-τους στίχους του στις πονεμένες ανθρώπινες ψυχές με τις προσευχές-ποιήματά του. Η ποίηση δεν απαιτεί εξειδικευμένες γνώσεις από τον αναγνώστη και δεν πρέπει να απευθύνεται σ’ ένα τέτοιο μονάχα κοινό. Ας βεβαιώσουμε στον κόσμο ότι η Ποίηση -αν και κόσμημα κι εργόχειρο του γραπτού λόγου- είναι εντελώς αληθινή, εκφράζει πανανθρώπινες αξίες και σκοπός της δεν είναι να γοητεύσει με ωραία λόγια, αλλά να βρει λύσεις στα καθημερινά προβλήματα του σύγχρονου ανθρώπου. Κυρίως πρέπει να μας ταρακουνήσει απ’ τον μακάριο ύπνο μας και να μας τραβήξει μακριά απ’ τη φαινομενική «ευμάρειά μας». 



ΕΡ:Σήμερα τα νέα παιδιά διαβάζουν Ποίηση και κατά πόσο τα αγγίζει; Μήπως τα παιδιά προκαταλαμβάνονται αρνητικά από τον τρόπο διδασκαλίας στο σχολείο; Αλήθεια, διδάσκεται η Ποίηση; 

   Λ.Ζ.
Πιστεύω ότι τα νέα παιδιά διατηρούν σε μεγάλο βαθμό μια στοργική σχέση με την ποίηση και αυτό φαίνεται από τον τρόπο της σκέψης τους, παρόλο που στις καθημερινές τους συνομιλίες η γλώσσα που χρησιμοποιούν δεν έχει μεγάλη εκφραστική ποικιλία. Δεν διαβάζουν μονάχα τούς δύο μεγάλους νομπελίστες ποιητές, αλλά αναζητούν συνεχώς καινούργιες ποιητικές φωνές οι οποίες εκφράζουν την εποχή που ζουν. Ούτε και τα σύγχρονα τεχνολογικά μέσα αλλοίωσαν ή άμβλυναν αυτή την ενθαρρυντική διαπίστωση, ίσα-ίσα γίνονται πολύτιμοι βοηθοί για τη διάδοση της ποίησης, ιδιαίτερα μέσω του διαδικτύου. Η παιδεία στη χώρα μας λειτουργούσε ανέκαθεν και λειτουργεί ακόμη αναχρονιστικά σε όλα τα επίπεδα, με αποτέλεσμα αντί να διευκολύνει να στήνει εμπόδια σε κάποια ταλέντα, που καθυστερούν έτσι να εμφανιστούν, ενώ υπό άλλες συνθήκες θα ήταν δυνατόν ν’ ανακαλυφθούν έγκαιρα και να προωθηθούν. Αυτό που θα έπρεπε να αναλαμβάνει να κάνει ένας καλά οργανωμένος θεσμός, γίνεται σποραδικά σε περιπτώσεις που τα παιδιά τύχουν στα μαθητικά τους χρόνια μερικούς καθηγητές -από τις εξαιρέσεις του συνόλου- που έχοντας μια σφαιρική αντίληψη για τη Νεοελληνική Λογοτεχνία, διδάσκουν μεταδίδοντας στους μαθητές τους την αγάπη τους γι’ αυτήν. Η Ποίηση μπορεί να διδαχτεί μόνο στα τεχνητά της μέρη, δηλαδή στο μέτρο, στην ομοιοκαταληξία και στον ρυθμό. Όλο το υπόβαθρο που απαιτείται για να γράψει κάποιος, είναι κυρίως υπόθεση δυσάρεστων γεγονότων της ζωής, εμπειριών που έφεραν πόνο και θλίψη και κατόπιν μιας μακράς επώασης στον νου και στην ψυχή, γέννησαν την ανάγκη της λύτρωσης διαμέσω της ποιητικής έκφρασης. 




ΕΡ: Οι μεγάλοι εκδοτικοί οίκοι δεν εκδίδουν Ποίηση, πολλοί μικροί προσπαθούν απλώς να εκμεταλλευτούν τους δημιουργούς, είναι το διαδίκτυο μια κάποια λύσις και ποια είναι η σχέση σου με αυτό; (διαδίκτυο) 

  Λ.Ζ.
Θα επαναλάβω πως οι αριθμοί των πωλήσεων του μυθιστορήματος ευρείας κατανάλωσης, επιβάλλουν τη γιγάντωσή του αφού οι μεγάλοι εκδοτικοί οίκοι είναι φυσικό να στρέφονται συνέχεια στην έκδοση ανάλογων βιβλίων. Πληροφορούμαι από πολλούς λογοτέχνες ότι για να εκδώσεις στις μέρες μας ένα ποιητικό βιβλίο και μάλιστα σε μικρούς εκδοτικούς οίκους, πρέπει να δώσεις αρκετά χρήματα. Ο φτωχός λοιπόν δεν έχει το δικαίωμα να εκθέσει στους αναγνώστες τα ποιήματά του; Και αν πρόκειται για αριστουργήματα και χάσουμε που δεν μας δίνεται η ευκαιρία να τα διαβάσουμε; Το διαδίκτυο από τη στιγμή που εισέδυσε στα σπίτια μας, συνέβαλλε αποφασιστικά στην προβολή της λογοτεχνίας. Τα οφέλη για τον δημιουργό έρχονται άμεσα. Είναι αναμφισβήτητα ένα μεγάλο όπλο εναντίον όσων παραγκωνίζουν σκόπιμα τον λογοτέχνη και δεν του δίνουν φωνή και βήμα έκφρασης. Στις μέρες μας, η γενική οικονομική κρίση έπληξε σοβαρά την αγορά του βιβλίου και το διαδίκτυο αποτελεί μια αναζωογονητική ανάσα που ξεπερνά οποιοδήποτε εμπόδιο. Αυτό διαπιστώνω καθημερινά στο δικό μου μπλογκ: «ΠΑΡΑΘΥΡΟ ΣΤΑ ΟΝΕΙΡΑ» και με χαροποιεί ιδιαίτερα το γεγονός πως η σελίδα αγγίζει κάποιες φορές τις 250 προβολές. Αποδεικνύεται ότι ο κόσμος ενδιαφέρεται για τα γραπτά μου, για τους λογοτεχνικούς διαγωνισμούς που δημοσιεύω, αλλά επίσης για τους νέους λογοτέχνες, με τους οποίους έχω την τιμή να συνεργάζομαι και να προβάλλω δείγματα του έργου τους, φτάνοντας αρκετές φορές σε εκτενείς κριτικές-παρουσιάσεις των βιβλίων που μου στέλνουν. Βέβαια υπάρχει το πρόβλημα ότι το υλικό που παρέχεται από τις διάφορες ιστοσελίδες, μέσα από το πλήθος των δημοσιεύσεων, απαιτεί και αναγνώστες με εξασκημένο μάτι για να ξεχωρίζουν τα αξιόλογα από τα μέτρια έργα, αν και πιστεύω ότι οι περισσότεροι διαχειριστές των σελίδων σέβονται τους αναγνώστες τους και δεν δημοσιεύουν κείμενα που δεν πληρούν τις κατάλληλες προϋποθέσεις. Υπάρχουν αξιόλογοι λογοτέχνες που σε διαφορετική συγκυρία -αν δεν υπήρχε το διαδίκτυο- θα ήταν παντελώς άγνωστοι, αφού τα εκδοτικά κυκλώματα θα τους άφηναν στην άκρη, προωθώντας πάντα τους ίδιους ανθρώπους. Οι περισσότεροι εκδότες δεν τολμούν να εκδώσουν το έργο κάποιου νέου και ταλαντούχου λογοτέχνη, με τον φόβο του χρηματικού ρίσκου, και προτιμούν να στρώσουν τον δρόμο στους ήδη καταξιωμένους. Αυτή η τακτική όμως αφαιρεί από τη λογοτεχνία και υπονομεύει το μέλλον της όταν η δημιουργία ταυτίζεται με το χρηματικό κέρδος. Το διαδίκτυο τελικά απελευθέρωσε τους εργάτες του λόγου από τις καταπιεστικές κατευθύνσεις των εκδοτών.


ΕΡ:Πες τε μου έναν στίχο που σας αγγίζει περισσότερο; 

   Λ.Ζ.
Αν εννοείται στίχο από κάποιον παλιό και εξαίρετο ποιητή, θα σας αναφέρω και μάλιστα δύο στίχους του Μανώλη Αναγνωστάκη από το ποίημά του με τίτλο: «Ποιητική»: «Σαν πρόκες πρέπει να καρφώνονται οι λέξεις / να μην τις παίρνει ο άνεμος». Αν εννοείται στίχους από εμένα τον ήσσονα κι ερασιτέχνη εραστή της ποίησης, θα σας παρουσιάσω εδώ τέσσερις στίχους από ένα ποίημά μου με τίτλο: «Ορισμοί και κρίσεις», το οποίο περιλαμβάνεται στην ποιητική συλλογή: «Παράθυρο στα όνειρα»: «Αυτό το δημιούργημα να ’ναι αληθινό / ή άκαρπο στολίδι; / Μήπως στο τέρμα του κανένα αντικλείδι / για το μυστήριο του θανάτου και της ζωής;».




ΕΡ:Είναι γεγονός πως η ποίηση ενέχει μελωδία. Πώς μπορεί ένας ποιητής /τρια να «εισάγει» τη μουσική στα ποιήματά του; 

    Λ.Ζ.
Υπάρχουν γύρω του παντού οι ευκαιρίες για να το πετύχει, αρκεί να εκμεταλλευτεί τη φύση και να αξιοποιήσει τους ήχους της: το θρόισμα των φύλλων, τον παφλασμό των κυμάτων, το φτερούγισμα των πουλιών, το τραγούδι των τζιτζικιών, τους ρυθμικούς χτύπους της βροχής στις τσίγκινες σκεπές και ο,τιδήποτε άλλο. Το τοπίο όλης της Ελλάδας είναι μαγευτικό και δημιουργεί άπειρες συγκινήσεις. Η ίδια μας η γλώσσα είναι τόσο σοφά πλασμένη, με αρμονία, που οι λέξεις από μόνες τους δημιουργούν μελωδία. Ίσα-ίσα που πρέπει να βάλει λίγο το χεράκι του ο δημιουργός για να κατευθύνει και να συγχρονίσει όλα αυτά που του προσφέρονται ως ευλογία Θεού και να γίνει ο μαέστρος μιας πολυφωνικής συμφωνικής ορχήστρας. 
ΕΡ: Βλέπουμε τα τελευταία χρόνια να εκδίδονται ολοένα και περισσότερα βιβλία στην Ελλάδα. Τελικά είναι θέμα αστείρευτου ταλέντου σ’ αυτόν τον τόπο, ή απλά έγινε μόδα;

  Λ.Ζ.
Θα χρησιμοποιήσω το σωκρατικό γνωμικό: «Ουκ εν τω πολλώ το ευ» αλλά και αυτό υπό προϋποθέσεις. Ακόμη και αν εκδίδονται σήμερα κατά κόρον μέτριας αξίας έργα, είναι προς όφελος του βιβλίου, των δημιουργών και των αναγνωστών γιατί με αυτόν τον τρόπο προοδεύει η εγχώρια λογοτεχνία. Το γεγονός ότι στις μέρες μας είναι πιο εύκολο να εκδώσεις βιβλίο απ’ ό,τι σε παλιότερες εποχές -παρακάμπτοντας πρώτα τα οικονομικά εμπόδια- αυξάνει ταυτόχρονα τις πιθανότητες για αναγνώριση σε πιο νεαρή ηλικία. Σκεφτείτε ότι αξιόλογοι ποιητές που εμφανίστηκαν στο παρελθόν στα ελληνικά γράμματα, αναγνωρίστηκαν μετά τον θάνατό τους, πράγμα που σημαίνει πως ή στην εποχή τους η επίδραση των έργων τους ήταν πολύ μικρή ή το πιο πιθανόν η καταξίωσή τους απαιτούσε βάθος χρόνου για να παγιωθεί στη συνείδηση των συναδέλφων τους λογοτεχνών, των κριτικών και των αναγνωστών. Ακόμη και κάποιος που δεν γνωρίζει πολλά πράγματα για τη λογοτεχνία, μπορεί να αναγνωρίσει ένα ταλέντο από τη φυσικότητα τής ροής τού λόγου του, από την ανεξάντλητη διαδοχή των εικόνων και το κατάλληλο ταίριασμά τους με τα νοήματα. Καταλαβαίνεις αμέσως πότε η έμπνευση είναι πηγαία και ο δημιουργός δεν επιδίδεται σε άτεχνη συρραφή σκέψεων και καλολογικών στοιχείων και μάλιστα χωρίς να δίνεται άμεσα ή έμμεσα κάποιο υπαρξιακό, κοινωνικό ή μεταφυσικό μήνυμα. Από εκεί και πέρα βέβαια, χρειάζεται μια αντικειμενική θεώρηση των δειγμάτων τού έργου του από αξιόπιστους κριτικούς-λειτουργούς τής λογοτεχνίας, ούτως ώστε λαμβάνοντας εκείνος σοβαρά υπόψη τη γνώμη τους και τις συμβουλές τους, να εξελιχτεί και να ωριμάσει λογοτεχνικά. 



ΕΡ: Οι κριτικοί σ’ όλα τα είδη της τέχνης διαμορφώνουν το επίπεδο, ανυψώνοντας ή κατακρεουργώντας τους καλλιτέχνες. Τελικά έχει σημασία η παρουσία κριτικών στους τομείς της τέχνης; Κατά πόσο λειτουργεί αμερόληπτα σε μια εποχή που τα πάντα διαβρώνονται; 

  Λ.Ζ.
Στην εποχή μας η κριτική έχει καταντήσει ανταλλαγή φιλοφρονήσεων και εξυπηρετήσεων μεταξύ φίλων. Όποιος κινείται εκτός του κυκλώματος συνδιαλλαγής δεν έχει μεγάλες πιθανότητες να γράψουν για το έργο του κάτι ενθαρρυντικό. Οι κριτικοί συνήθως δρουν ως εντολοδόχοι των μεγάλων εκδοτικών οίκων και μισθώνονται για τις υπηρεσίες τους γράφοντας θετικές κριτικές για βιβλία σε εφημερίδες μεγάλης κυκλοφορίας. Στο διαδίκτυο όπου τα πράγματα είναι περισσότερο αγνά, γράφεται συχνά ο λόγος τής αλήθειας και οι κριτικοί κάνουν ανεπηρέαστοι τη δουλειά τους, έστω και αν πολλοί από αυτούς αυτοαποκαλούνται με αυτή την ιδιότητα, χωρίς να έχουν συνειδητοποιήσει τη σοβαρότητα τού ρόλου τους και χωρίς να διαθέτουν τα ανάλογα πνευματικά εφόδια. Στην καλύτερη των περιπτώσεων είναι να πέσου



*********************************************************************************













ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΕΣ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ

ΣΕ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ ΕΠΙΠΕΔΟ

ΛΑΣΚΑΡΗΣ ΖΑΡΑΡΗΣ

1)Διαλέξτε πέντε λέξεις που περιγράφουν τον εαυτό σας;

~~~*Όνειρα, μνήμες, πίστη, προσήλωση, επιμονή.

2) Ποιο είναι το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό σας;

~~~*Να παραμερίζω οποιοδήποτε εμπόδιο, όσο ισχυρό κι αν είναι αυτό, στοιχείο που έχει να κάνει με μια λειτουργία τού νου που γεμίζει την ψυχή με αισιοδοξία.

3) Ποιο χαρακτηριστικό προτιμάτε περισσότερο σε κάποιον;

~~~*Την ειλικρίνεια, έστω και αν η αλήθεια που πρόκειται ν’ αποκαλύψει εκείνος μπορεί να με βλάψει προσωπικά.

4) Τι θεωρείτε πιο σημαντικό στους φίλους σας;

~~~*Την αγνή πρόθεση να σκύψουν μ’ ενδιαφέρον πάνω στα προβλήματα μου, αλλά και να έχουν τη διάθεση να μ’ ακούσουν τις στιγμές που έχω να τους εξομολογηθώ κάτι σημαντικό.

5) Ποιοι είναι οι δύο καλύτεροί σας φίλοι;

~~~*Δυστυχώς, οι συνθήκες της ζωής μ’ έχουν απομακρύνει από τους καλύτερους φίλους μου. Ωστόσο, ακόμη και απ’ αυτή την απόσταση, τα γεγονότα της παιδικής ηλικίας που μας έδεσαν εξακολουθούν και στην ωριμότητα να μας ενθουσιάζουν. Γι’ αυτό, όταν μας το επιτρέπει ο χρόνος, βρισκόμαστε και μιλάμε για πράγματα που απωλέσαμε μέσα από τον σύγχρονο τρόπο ζωής.

6) Ποια είναι η καλύτερη συμβουλή που σας έχουν δώσει;

~~~*Η αρχαιοελληνική και διαχρονική, να μαθαίνω πάντα από τα λάθη μου.

7) Σε ποιο πράγμα προδώσατε τον εαυτό σας;

~~~*Στο ό,τι άκουσα κάποιες φορές λιγότερο την καρδιά μου απ’ όσο έπρεπε και εκτίμησα τις καταστάσεις με την ψυχρή λογική.

Για ποιο πράγμα μετανιώνετε περισσότερο;

~~~*Για το γεγονός ότι έκλεισα τα μάτια μου σε μεγάλες ευκαιρίες, όμως εκ των υστέρων πάντα συμπεραίνω ότι ήταν πέρα για πέρα δικαιολογημένη αυτή η αντίδρασή μου, λόγω οικογενειακών και συναισθηματικών δεσμών, κάτι που συνδέεται άμεσα με την προσωπική ευθύνη, το αίσθημα του χρέους προς πρόσωπα που αντιπροσωπεύουν μεγάλες αξίες στη ζωή μου, όπως ο πατέρας μου και η μάνα μου.

9) Ποιος είναι ο μεγαλύτερος φόβος σας;

~~~*Τα ύψη, αν και ως ονειροπόλος άνθρωπος θα έπρεπε να νιώθω όμορφα κοντά στα σύννεφα. Παρόλα αυτά, γνωρίζω πολύ καλά πως η άνοδος φέρνει συχνά και την πτώση.

10) Ποιο εν ζωή πρόσωπο εκτιμάτε περισσότερο;

~~~*Τη μητέρα μου, που όπως συμβαίνει και με τα περισσότερα αγόρια, αποτελεί πρότυπο και συγκεκριμένη οπτική του κόσμου. Ομολογώ πως οι υπόλοιποι που επέδρασαν θετικά στον χαρακτήρα μου, έχουν φύγει από τη ζωή αλλά συνεχίζουν να απασχολούν τη σκέψη μου. Ο πατέρας μου, που αποτελούσε παράδειγμα πραότητας και καρτερικότητας στη ζωή, με την αντίληψη πως ο Θεός τα γνωρίζει όλα και φροντίζει για όλα. Όλοι τους ήταν άνθρωποι που άναψαν στην ψυχή μου τη φλόγα της μάθησης και δεν εννοώ τους δασκάλους μου από τους οποίους έχω πάρει τις χειρότερες εμπειρίες. Πρόσφατα, συνάντησα έναν από αυτούς που συνήθιζε να με τραβάει από το δεξί αυτί μου όταν έκανα λάθος σε κάποια πράξη του πολλαπλασιασμού. Μου είπε πως έχει να το λέει σε όλους τι εξέλιξη είχε μετέπειτα ένας από τους μαθητές του. Δεν του κρατώ βέβαια κακία για το δυσάρεστο παρελθόν. Απλοί άνθρωποι ήταν οι περισσότεροι, όπως εκείνος ο έμπορος ρούχων της γειτονιάς μου, που με ώθησε να διαβάσω στα δεκατέσσερά μου χρόνια το μυθιστόρημα «Έγκλημα και τιμωρία», ενώ πριν μερικά χρόνια έκανε δουλειές του ποδαριού στην πρωτεύουσα σαν κατεργαράκος, πουλώντας σε χάρτινη συσκευασία ένα φάρμακο για τους κάλλους. Όταν πήγαινε στο σπίτι του ο κάθε χριστιανός που αγόραζε εκείνο το γιατροσόφι, τι έβλεπε λέτε εσείς; Όχι φαρμακευτική σκόνη αλλά μια συμβουλή γραμμένη με κεφαλαία γράμματα: «Για τους κάλλους, φοράτε φαρδιά παπούτσια!». Όμως η πράξη του αυτή, τον έκανε πραγματικά «μεγάλο» μπροστά μου, έστω και αν ξέφευγε από κάποια υποτυπώδη ηθική βάση.

11) Ποια θεωρείτε την πιο υπερεκτιμημένη αρετή;

~~~*Τη λογική, που τις περισσότερες φορές γίνεται κοινή και καταλήγει να χαστουκίζει, να λοβοτομεί και να συμπιέζει το άτομο πνίγοντας την ύπαρξη του.

12) Ποιο είναι το πιο εξωφρενικό πράγμα που έχετε κάνει;

~~~*Προσπάθησα να τρέξω και να βγω πρώτος σε αγώνα ταχύτητας -με νεανική αφέλεια θα συμπλήρωνα- μέσα στη θάλασσα! Όχι χρησιμοποιώντας κάποιον μαγικό ή λογοτεχνικό τρόπο. Απλά, η θάλασσα ήταν πολύ ρηχή!

13) Ποιες λέξεις ή φράσεις χρησιμοποιείτε υπερβολικά;

~~~*Συνήθως χρησιμοποιώ ποικίλα επίθετα που στολίζουν τις φράσεις. Όσον αφορά τα ουσιαστικά, έχω μια εμμονή με το όνειρο, την ελπίδα, τον ήλιο και τη θάλασσα.

14) Αν μπορούσατε να αλλάξετε κάτι στον εαυτό σας, τι θα ήταν αυτό;

~~~*Να μπορούσα να περάσω ένα σφουγγάρι σβήνοντας από το μυαλό μου όλες τις πληγές, ταυτόχρονα και την τάση τελειομανίας που με βασανίζει καθημερινά.

15) Ποια είναι η αγαπημένη σας απασχόληση; (εκτός της συγγραφής)

~~~*Το περπάτημα στην ατέλειωτη παραλία, ατενίζοντας τα σπίτια που ξεχωρίζουν πάνω στους λόφους της γενέτειράς μου της Νέας Αγχιάλου και νιώθοντας τις σταγόνες της αγριεμένης θάλασσας να φτάνουν, με τη βοήθεια του αέρα, στο πρόσωπό μου.

16) Σε ποιες περιπτώσεις λέτε ψέματα;

~~~*Προσπαθώ να το αποφεύγω, είναι όμως μια κληρονομημένη συνήθεια της φθαρτής ανθρώπινης φύσης που δικαιολογείται στην παιδική ηλικία για την αποφυγή τιμωρίας από τους γονείς και στην ενήλικη ζωή για την απολαβή προνομίων. Ευτυχώς που οι τύψεις κάνουν τη δουλειά τους καλά!

17) Ποια είναι η εικόνα που έχετε για την απόλυτη ευτυχία;

~~~*Ένα νησί μακριά από τον πολιτισμό, όπου θα μπορούσα να ζήσω με τον πιο φυσικό τρόπο ζωής και μακριά από τα ανθρώπινα πάθη, δηλαδή μέσα σε μια κατάσταση ψυχικής αταραξίας.

18) Τι θεωρείτε ως έσχατο βαθμό δυστυχίας;

~~~*Κάτι που βιώνω έντονα τώρα τελευταία με τις γνωστές οικονομικές δυσχέρειες που ταλανίζουν μια ολόκληρη κοινωνία. Δεν ήμουν ποτέ άνθρωπος της κατανάλωσης, όμως το να «κακοποιείται» η ελπίδα ενός μικρού παιδιού για ένα καλύτερο μέλλον και να του κλείνουν κάποιοι μικρόψυχοι πολιτικοί όλες τις πόρτες κατάμουτρα μη βρίσκοντας άλλες διεξόδους, είναι ο έσχατος βαθμός δυστυχίας.

19) Τι ή ποιον αγαπάτε περισσότερο στη ζωή σας;

~~~*Είναι περιττό να απαντήσω, σαφώς όλη την οικογένειά μου: τη γυναίκα μου και τα παιδιά μου.

20) Ποια είναι η εικόνα που έχετε για την απόλυτη ευτυχία;

~~~Ίδια με την 17 ερώτηση.

21) Πότε και πού υπήρξατε ευτυχισμένος;

~~~Μια στιγμή που δεν ξεχνιέται και ταυτόχρονα αναντικατάστατη• το βλέμμα τού γιου μου, που τον κρατούσε ο γιατρός στην αγκαλιά του μόλις είχε βγει από την κοιλιά της μητέρας του. Έμοιαζε να με κοιτάζει και να λέει όλο απορία: «Τι κόσμος είναι αυτός, Θεέ μου;». Κάθε φορά που κάθομαι μες τη μοναξιά μου, που την ονομάζω κυρίως «επωφελή επικοινωνία με τον εαυτό μου» και κοιτάζω το άγραφο χαρτί μπροστά μου. Μου φαίνεται σαν ένα πεδίο μάχης, όπου σε λίγη ώρα θα παραταχτούν οι πηγαίες λέξεις σαν στρατιωτάκια. Μόνο που δεν πρόκειται να γίνει ένας πόλεμος, αλλά το τέντωμα ενός σκοινιού και μια λεπτή ισορροπία ονείρου και πραγματικότητας.

22) Ποιοι είναι οι αγαπημένοι σας συγγραφείς;

~~~*Ο Φιοντόρ Μιχαήλοβιτς Ντοστογιέφσκι, ο σερ Βάλτερ Σκοτ, ο Πάουλο Κοέλιο και από τους δικούς μας οι ασύγκριτοι: Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης και Ανδρέας Καρκαβίτσας.

23) Ποιος είναι ο αγαπημένος σας φανταστικός ήρωας;

~~~*Ο Ιβανόης του σερ Βάλτερ Σκοτ, ο λευκός ιππότης. Πάντα με ενθουσίαζε η ευγένεια της ψυχής των ιπποτών αλλά και η αγωνιστικότητα που τους διέκρινε πολεμώντας με πείσμα για την κοπέλα που αγαπούσαν ή για κάποιον ηθικό και ανώτερο σκοπό.

24) Ποιοι είναι οι πραγματικοί ήρωες σας;

~~~*Όλοι εκείνοι οι αφανείς ήρωες που άφησαν τις αγαπημένες πατρίδες τους και τα σπίτια τους σε ξένα χέρια όταν ακόμη υπήρχε ισχυρή Ελλάδα, ξεπερνώντας τα ψυχικά και σωματικά τους όρια και δημιουργώντας από την αρχή τη ζωή τους. Μπορεί ένας από αυτούς να είναι και ο γείτονάς μας αλλά δεν το γνωρίζουμε.

25) Τι απεχθάνεστε περισσότερο;

~~~*Την υποκρισία, τους κάθε είδους κόλακες και γενικά τους ανθρώπους «Ιανούς».

26) Ποια θεωρείτε τη μεγαλύτερή σας επιτυχία;

~~~*Δε νομίζω ότι καλύπτει τους όρους μιας μεγάλης επιτυχίας κάποιο λογοτεχνικό βραβείο, αν και σίγουρα αποτελεί σημαντική ενθάρρυνση και επιβράβευση. Περισσότερο συσχετίζεται με το αίσθημα ψυχικής και πνευματικής πληρότητας όταν καταφέρνεις να εκδώσεις επιτέλους το πρώτο βιβλίο σου.

27) Ποιο είναι το αγαπημένο σας απόφθεγμα;

~~~*Θα αναφέρω μία ρήση που διάβασα στο υπέροχο μυθιστόρημα «Ο Αλχημιστής» του Πάουλο Κοέλιο: «Όταν θέλουμε πάρα πολύ κάτι, όλο το σύμπαν συνωμοτεί για να καταφέρουμε να πραγματοποιήσουμε το όνειρό μας».
ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΕΣ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ

ΣΕ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ ΕΠΙΠΕΔΟ


ΛΑΣΚΑΡΗΣ ΖΑΡΑΡΗΣ 



1)Διαλέξτε πέντε λέξεις που περιγράφουν τον εαυτό σας;

~~~*Όνειρα, μνήμες, πίστη, προσήλωση, επιμονή.

2) Ποιο είναι το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό σας;

~~~*Να παραμερίζω οποιοδήποτε εμπόδιο, όσο ισχυρό κι αν είναι αυτό, στοιχείο που έχει να κάνει με μια λειτουργία τού νου που γεμίζει την ψυχή με αισιοδοξία.

3) Ποιο χαρακτηριστικό προτιμάτε περισσότερο σε κάποιον;

~~~*Την ειλικρίνεια, έστω και αν η αλήθεια που πρόκειται ν’ αποκαλύψει εκείνος μπορεί να με βλάψει προσωπικά.

4) Τι θεωρείτε πιο σημαντικό στους φίλους σας;

~~~*Την αγνή πρόθεση να σκύψουν μ’ ενδιαφέρον πάνω στα προβλήματα μου, αλλά και να έχουν τη διάθεση να μ’ ακούσουν τις στιγμές που έχω να τους εξομολογηθώ κάτι σημαντικό.

5) Ποιοι είναι οι δύο καλύτεροί σας φίλοι;

~~~*Δυστυχώς, οι συνθήκες της ζωής μ’ έχουν απομακρύνει από τους καλύτερους φίλους μου. Ωστόσο, ακόμη και απ’ αυτή την απόσταση, τα γεγονότα της παιδικής ηλικίας που μας έδεσαν εξακολουθούν και στην ωριμότητα να μας ενθουσιάζουν. Γι’ αυτό, όταν μας το επιτρέπει ο χρόνος, βρισκόμαστε και μιλάμε για πράγματα που απωλέσαμε μέσα από τον σύγχρονο τρόπο ζωής. 

6) Ποια είναι η καλύτερη συμβουλή που σας έχουν δώσει;

~~~*Η αρχαιοελληνική και διαχρονική, να μαθαίνω πάντα από τα λάθη μου.

7) Σε ποιο πράγμα προδώσατε τον εαυτό σας;

~~~*Στο ό,τι άκουσα κάποιες φορές λιγότερο την καρδιά μου  απ’ όσο έπρεπε και εκτίμησα τις καταστάσεις με την ψυχρή λογική.

8) Για ποιο πράγμα μετανιώνετε περισσότερο;

~~~*Για το γεγονός ότι έκλεισα τα μάτια μου σε μεγάλες ευκαιρίες, όμως εκ των υστέρων πάντα συμπεραίνω ότι ήταν πέρα για πέρα δικαιολογημένη αυτή η αντίδρασή μου, λόγω οικογενειακών και συναισθηματικών δεσμών, κάτι που συνδέεται άμεσα με την προσωπική ευθύνη, το αίσθημα του χρέους προς πρόσωπα που αντιπροσωπεύουν μεγάλες αξίες στη ζωή μου, όπως ο πατέρας μου και η μάνα μου. 

9) Ποιος είναι ο μεγαλύτερος φόβος σας;

~~~*Τα ύψη, αν και ως ονειροπόλος άνθρωπος θα έπρεπε να νιώθω όμορφα κοντά στα σύννεφα. Παρόλα αυτά, γνωρίζω πολύ καλά πως η άνοδος φέρνει συχνά και την πτώση. 

10) Ποιο εν ζωή πρόσωπο εκτιμάτε περισσότερο;

~~~*Τη μητέρα μου, που όπως συμβαίνει και με τα περισσότερα αγόρια, αποτελεί πρότυπο και συγκεκριμένη οπτική του κόσμου. Ομολογώ πως οι υπόλοιποι που επέδρασαν θετικά στον χαρακτήρα μου, έχουν φύγει από τη ζωή αλλά συνεχίζουν να απασχολούν τη σκέψη μου. Ο πατέρας μου, που αποτελούσε παράδειγμα πραότητας και καρτερικότητας στη ζωή, με την αντίληψη πως ο Θεός τα γνωρίζει όλα και φροντίζει για όλα.  Όλοι τους ήταν άνθρωποι που άναψαν στην ψυχή μου τη φλόγα της μάθησης και δεν εννοώ τους δασκάλους μου από τους οποίους έχω πάρει τις χειρότερες εμπειρίες. Πρόσφατα, συνάντησα έναν από αυτούς που συνήθιζε να με τραβάει από το δεξί αυτί μου όταν έκανα λάθος σε κάποια πράξη του πολλαπλασιασμού. Μου είπε πως έχει να το λέει σε όλους τι εξέλιξη είχε μετέπειτα ένας από τους μαθητές του. Δεν του κρατώ βέβαια κακία για το δυσάρεστο παρελθόν. Απλοί άνθρωποι ήταν οι περισσότεροι, όπως εκείνος ο έμπορος ρούχων της γειτονιάς μου, που με ώθησε να διαβάσω στα δεκατέσσερά μου χρόνια το μυθιστόρημα «Έγκλημα και τιμωρία», ενώ πριν μερικά χρόνια έκανε δουλειές του ποδαριού στην πρωτεύουσα σαν κατεργαράκος, πουλώντας σε χάρτινη συσκευασία ένα φάρμακο για τους κάλλους. Όταν πήγαινε στο σπίτι του ο κάθε χριστιανός που αγόραζε εκείνο το γιατροσόφι, τι έβλεπε λέτε εσείς; Όχι φαρμακευτική σκόνη αλλά μια συμβουλή γραμμένη με κεφαλαία γράμματα: «Για τους κάλλους, φοράτε φαρδιά παπούτσια!». Όμως η πράξη του αυτή, τον έκανε πραγματικά «μεγάλο» μπροστά μου, έστω και αν ξέφευγε από κάποια υποτυπώδη ηθική βάση. 

11) Ποια θεωρείτε την πιο υπερεκτιμημένη αρετή;

~~~*Τη λογική, που τις περισσότερες φορές γίνεται κοινή και καταλήγει να χαστουκίζει, να λοβοτομεί και να συμπιέζει το άτομο πνίγοντας την ύπαρξη του. 

12) Ποιο είναι το πιο εξωφρενικό πράγμα που έχετε κάνει;

~~~*Προσπάθησα να τρέξω και να βγω πρώτος σε αγώνα ταχύτητας -με νεανική αφέλεια θα συμπλήρωνα- μέσα στη θάλασσα! Όχι χρησιμοποιώντας κάποιον μαγικό ή λογοτεχνικό τρόπο. Απλά, η θάλασσα ήταν πολύ ρηχή!

13) Ποιες λέξεις ή φράσεις χρησιμοποιείτε υπερβολικά;

~~~*Συνήθως χρησιμοποιώ ποικίλα επίθετα που στολίζουν τις φράσεις. Όσον αφορά τα ουσιαστικά, έχω μια εμμονή με το όνειρο, την ελπίδα, τον ήλιο και τη θάλασσα.

14) Αν μπορούσατε να αλλάξετε κάτι στον εαυτό σας, τι θα ήταν αυτό;

~~~*Να μπορούσα να περάσω ένα σφουγγάρι σβήνοντας από το μυαλό μου όλες τις πληγές, ταυτόχρονα και την τάση τελειομανίας που με βασανίζει καθημερινά. 

15) Ποια είναι η αγαπημένη σας απασχόληση; (εκτός της συγγραφής)

~~~*Το περπάτημα στην ατέλειωτη παραλία, ατενίζοντας τα σπίτια που ξεχωρίζουν πάνω στους λόφους της γενέτειράς μου της Νέας Αγχιάλου και νιώθοντας τις σταγόνες της αγριεμένης θάλασσας να φτάνουν, με τη βοήθεια του αέρα, στο πρόσωπό μου.

16) Σε ποιες περιπτώσεις λέτε ψέματα;

~~~*Προσπαθώ να το αποφεύγω, είναι όμως μια κληρονομημένη συνήθεια της φθαρτής ανθρώπινης φύσης που δικαιολογείται στην παιδική ηλικία για την αποφυγή τιμωρίας από τους γονείς και στην ενήλικη ζωή για την απολαβή προνομίων. Ευτυχώς που οι τύψεις κάνουν τη δουλειά τους καλά! 

17) Ποια είναι η εικόνα που έχετε για την απόλυτη ευτυχία;

~~~*Ένα νησί μακριά από τον πολιτισμό, όπου θα μπορούσα να ζήσω με τον πιο φυσικό τρόπο ζωής και μακριά από τα ανθρώπινα πάθη, δηλαδή μέσα σε μια κατάσταση ψυχικής αταραξίας.

18) Τι θεωρείτε ως έσχατο βαθμό δυστυχίας;

~~~*Κάτι που βιώνω έντονα τώρα τελευταία με τις γνωστές οικονομικές δυσχέρειες που ταλανίζουν μια ολόκληρη κοινωνία. Δεν ήμουν ποτέ άνθρωπος της κατανάλωσης, όμως το να «κακοποιείται» η ελπίδα ενός μικρού παιδιού για ένα καλύτερο μέλλον και να του κλείνουν κάποιοι μικρόψυχοι πολιτικοί όλες τις πόρτες κατάμουτρα μη βρίσκοντας άλλες διεξόδους, είναι ο έσχατος βαθμός δυστυχίας.    

19) Τι ή ποιον αγαπάτε περισσότερο στη ζωή σας;

~~~*Είναι περιττό να απαντήσω, σαφώς όλη την οικογένειά μου: τη γυναίκα μου και τα παιδιά μου.



20) Πότε και πού υπήρξατε ευτυχισμένος;

~~~Μια στιγμή που δεν ξεχνιέται και ταυτόχρονα αναντικατάστατη• το βλέμμα τού γιου μου, που τον κρατούσε ο γιατρός στην αγκαλιά του μόλις είχε βγει από την κοιλιά της μητέρας του. Έμοιαζε να με κοιτάζει και να λέει όλο απορία: «Τι κόσμος είναι αυτός, Θεέ μου;». Κάθε φορά που κάθομαι μες τη μοναξιά μου, που την ονομάζω κυρίως «επωφελή επικοινωνία με τον εαυτό μου» και κοιτάζω το άγραφο χαρτί μπροστά μου. Μου φαίνεται σαν ένα πεδίο μάχης, όπου σε λίγη ώρα θα παραταχτούν οι πηγαίες λέξεις σαν στρατιωτάκια. Μόνο που δεν πρόκειται να γίνει ένας πόλεμος, αλλά το τέντωμα ενός σκοινιού και μια λεπτή ισορροπία ονείρου και πραγματικότητας.   

21) Ποιοι είναι οι αγαπημένοι σας συγγραφείς;

~~~*Ο Φιοντόρ Μιχαήλοβιτς Ντοστογιέφσκι, ο σερ Βάλτερ Σκοτ, ο Πάουλο Κοέλιο και από τους δικούς μας οι ασύγκριτοι: Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης και Ανδρέας Καρκαβίτσας.

22) Ποιος είναι ο αγαπημένος σας φανταστικός ήρωας;

~~~*Ο Ιβανόης του σερ Βάλτερ Σκοτ, ο λευκός ιππότης. Πάντα με ενθουσίαζε η ευγένεια της ψυχής των ιπποτών αλλά και η αγωνιστικότητα που τους διέκρινε πολεμώντας με πείσμα για την κοπέλα που αγαπούσαν ή για κάποιον ηθικό και ανώτερο σκοπό.
 
23) Ποιοι είναι οι πραγματικοί ήρωες σας;

~~~*Όλοι εκείνοι οι αφανείς ήρωες που άφησαν τις αγαπημένες πατρίδες τους και τα σπίτια τους σε ξένα χέρια όταν ακόμη υπήρχε ισχυρή Ελλάδα, ξεπερνώντας τα ψυχικά και σωματικά τους όρια και δημιουργώντας από την αρχή τη ζωή τους. Μπορεί ένας από αυτούς να είναι και ο γείτονάς μας αλλά δεν το γνωρίζουμε.

24) Τι απεχθάνεστε περισσότερο;

~~~*Την υποκρισία, τους κάθε είδους κόλακες και γενικά τους ανθρώπους «Ιανούς».

25) Ποια θεωρείτε τη μεγαλύτερή σας επιτυχία;

~~~*Δε νομίζω ότι καλύπτει τους όρους μιας μεγάλης επιτυχίας κάποιο λογοτεχνικό βραβείο, αν και σίγουρα αποτελεί σημαντική ενθάρρυνση και επιβράβευση. Περισσότερο συσχετίζεται με το αίσθημα ψυχικής και πνευματικής πληρότητας όταν καταφέρνεις να εκδώσεις επιτέλους το πρώτο βιβλίο σου. 

26) Ποιο είναι το αγαπημένο σας απόφθεγμα;

~~~*Θα αναφέρω μία ρήση που διάβασα στο υπέροχο μυθιστόρημα «Ο Αλχημιστής» του Πάουλο Κοέλιο: «Όταν θέλουμε πάρα πολύ κάτι, όλο το σύμπαν συνωμοτεί για να καταφέρουμε να πραγματοποιήσουμε το όνειρό μας».

*********************************************************************************


Λάσκαρης Π. Ζαράρης

Δύο άτιτλα

Πόσα χρώματα δε θα είχαν πεθάνει,
αν δεν υπήρχε το ευαίσθητο μάτι να τα δει!
Πόσες ψυχές δε θα είχαν σβήσει,
αν δεν υπήρχε ο ευαίσθητος άνθρωπος, να τις σκεφτεί!
Κι αν ο ζωγράφος δεν ήταν φίλος με το ουράνιο τόξο,
ο ουρανός αν δε φοβόταν τη βροχή,
δε θ’ άφηνε στα ύψη του ν’ ανθίσει
ένα κλωνάρι ευτυχίας στη στιγμή;

***

Πεθυμήσαμε το κάποτε γαλάζιο
κοιτώντας προς τα πάνω τις συννεφιές του κόσμου.
Πέτρες, εμείς οι μοχθηροί με τις δαγκάνες της ύλης,
παλιά κεριά της ευτυχίας σβησμένα
να λαχταράμε σε λάθος δρόμους
το ελιξίριο της ατέλειωτης αγάπης.

Λάσκαρης Π. Ζαράρης

(Από την ανέκδοτη ποιητική συλλογή «Στον Έρωτα που πίνουν νέκταρ οι Θνητοί»).


Λάσκαρης Π.Ζαράρης

Η ισορροπίστρια της νύχτας

*******************************************************************************


Λάσκαρης Π.Ζαράρης

Ο άνεμος μας σκόρπισε
(απόσπασμα)

Λάσκαρης Π.Ζαράρης

Ο άνεμος μάς στέγνωσε

Αφήνω πίσω το υγρό μου σπίτι
με τις αλλόκοτες, παμφάγες μνήμες.
Αφήνω απείραχτα τα σκοτάδια
που ποτίσανε τους τοίχους
και τρέχω με την επιθυμία σαν αγρίμι
για την πιο μαγευτική συνάντηση των οραμάτων.

Συλλογίζομαι για το υγρό στοιχείο•
το πλουμιστό όνειρο
που κάνει ένα ρήγμα στην ψυχή
με το ξεχείλισμα των αισθημάτων…
Οι εχθρικές μου παραστάσεις με ρίχνουν
σε μια βραχώδη περιοχή της υποψίας.

Πέφτει το μυστήριο κρυστάλλινο στο σώμα μας,
μια κολασμένη ασυνεννοησία
που συναντιέται στο βλέμμα το παράλογο.
Μια άτυχη ανταπόκριση του φωτός
στην επιφάνεια μια μεγάλη πληγή
καθώς παλεύαμε στο νερό τόσα χρόνια
κι ο βυθός γεμάτος αλήθειες, ήταν κρυμμένος
με τον άνεμο ακάλεστο επισκέπτη
να μας στεγνώνει, να μας σκεπάζει
με το αόρατο σεντόνι του θανάτου.

Ορμούσε από τη θνητή χώρα των ανέμων
νότιος, νότιος ο πειρασμός
δυνατός, νευρώδης
με τα σημάδια της αχόρταγης ηδονής
έφερνε μαζί του τη θλίψη της ψυχής,
τη θλίψη του ύστερου πόνου.

Λάσκαρης Π. Ζαράρης
14/6/2008
(Από την ανέκδοτη ποιητική συλλογή: «Τριάντα σταγόνες τ’ ουρανού»).

*******************************************************************************


Λάσκαρης Π. Ζαράρης

Άτιτλο
*****************************************************************************

Λάσκαρης Π. Ζαράρης

Όνειρα φυγής
(απόσπασμα)






Λάσκαρης Π.Ζαράρης

Άτιτλο
Λάσκαρης Π.Ζαράρης

Όνειρα φυγής

Κρυφή ψυχή, πλάσε μας καινούργια παραμύθια
αφήνοντας τον φόβο στα ερείπια, βαθιά στην ιστορία.
Μνήμη ορφανή, λύτρωσε το πάθος,
μέθυσέ μας στα γαλαζοκέντητα ακρογιάλια.
Συλλογισμένοι πάνω στον βράχο της ζωής
μες στων κυμάτων την οργή, στο βουητό του κόσμου
στήνουμε κάποια όνειρα φυγής,
μακριά απ’ τα ματωμένα σύνορα του ανθρώπου,
πολίτες μιας καινούργιας πολιτείας
που οι ταυτότητές τους γράφουν: «Ποιητές».

Ο ήλιος• ο εραστής των πάντων,
η θάλασσα η ελκυστική
ακροβατούν στο φως και στο σκοτάδι
κι η προσφυγιά• ένα πλατύ σημάδι.
Λένε πολλοί πως όταν γράφεις
ξεχνάς τη θλιμμένη γη,
πλησιάζεις τον χαρούμενο ουρανό.

Πώς μας λυπούνται αυτοί οι γλάροι
καθώς τα πανιά των καραβιών σκίζονται στα ταξίδια!
Λευκός αφρός, γλυκός αναστεναγμός
για να ξορκίσουμε το κακό.
Η πίκρα των συναισθημάτων να ξεθυμάνει
με των στίχων την ευλογημένη αύρα.

21/09/2008
Λάσκαρης Π. Ζαράρης
(Από την ανέκδοτη ποιητική συλλογή «Η φλεγόμενη πόλη»).

 
Λάσκαρης Π. Ζαράρης

Όνειρα φυγής

(απόσπασμα)
************************************************************************************************







Λάσκαρης Π.Ζαράρης

Η ισορροπίστρια της νύχτας

Στήριξε το ένα της πόδι στη μνήμη.

Κλειστά τα μάτια στο σκοτάδι,

χαϊδεύουν οι παλάμες τις πληγές,

πάνω στις κορυφογραμμές ο ήλιος ξεψυχάει,

λειψές οι αναμνήσεις ξεθωριάζουν.



Μόλις φάνηκες στο περίγραμμα του ήλιου

με τα καψαλισμένα δάχτυλα της μέρας.

Πώς έμαθες να ισορροπείς στις άγονες

γραμμές του ονείρου, στις αιχμηρές γωνιές

του παραδείσου, με τις αυταπάτες γκρεμισμένες

απ’ τα χέρια του εχθρού σου-της σιωπής;



Είπες: «Μαζεύω ευωδιές απ’ άλλες εποχές

καθώς τρυγάω τον πόνο των ανθρώπων

κι ακροβατώ στις επιφάνειες των αστεριών.

Μέσα μου εκρήγνυνται μάταιες πλάκες

-οι μέθες της σιωπής μετά τον οργασμό-

πιο ουσιαστικές αλήθειες κι από το στιγμιαίο

ίλιγγο του θανάτου».



Υγρές αναπνοές στον πόθο της ζωής,

εσύ έσμιξες το δέντρο με τη θάλασσα

κι οι ρίζες σου ποτίστηκαν από την αντοχή

στη μάχη του καημού του ένοχου.

Πώς μπόρεσε η έρημη γη

ν’ αναπλαστεί κοντά σου;



Πιο σίγουρη στη μοναξιά σου

μακριά από την αιώνια απειλή της ακαμψίας,

τρύπωσε μες στα ανούσια λόγια,

τα προβατόσχημα των ανθρώπων

που φιλιούνται μες στο τέλμα.

Δώσε τους ζωές καινούργιες, κορυφογραμμές

και με σιγουριά πάτησε και το άλλο σου πόδι

απ’ την πλευρά του φεγγαριού,

ψηλαφώντας με τα δάχτυλα· τ’ αστέρια

πάνω στων ανθρώπων τις ψυχές

τα χνάρια της αιώνιας νύχτας

της ακροβάτισσας.



09/02/2008
Λάσκαρης Π. Ζαράρης



Λάσκαρης Π.Ζαράρης

Στην παραζάλη του πάθους
(απόσπασμα)




Λάσκαρης Π.Ζαράρης

''Στην παραζάλη του πάθους''

Η ομορφιά των νιάτων της

και των κυμάτων η μυστική συνομωσία.

Η παραζάλη του αέναου φωτός,

η μέθη των χρωμάτων.

Της αλμύρας η απόλαυση σε χέρια καλοσχηματισμένα

και της ψυχής το βάλσαμο σε μάτια νοτισμένα.

Με τη χαρά της θάλασσας, σκοτάδια υποχωρούνε,

με του πάθους τη λαχτάρα, άνθη ευωδιάζουν…

Να, πώς ξεχνώ τον πόνο μου

στη χρυσαφένια ακρογιαλιά

για το κορίτσι που λιάζεται

στην άκρη της αβύσσου!

Που πλέκει όνειρα τρελά, ζωγραφιστά

στα γαλανά σεντόνια του ουρανού,

να σκεπαστεί στο στήθος της το μεταξένιο χάδι του ήλιου…

Να, πώς θα πνίξω τον καημό

σε χείλια που βράζουν από πόθο

και τ’ άγνωστο χαμόγελο θ’ αγγίξει την καρδιά

σε σώμα που χορεύει ηδονικά στα βράχια!

Μα των ονείρων ο χαμένος ο σκοπός

γυρνάει ξανά σε μάτια δακρυσμένα,

λάμπει και πάλι σε ψυχές που προσκυνούν

ένα Θεό, που στον άνεμο αφήνει τα φιλιά του,

σπέρνοντας αγάπες, της θάλασσας κρασί

που θα κερνάει σ’ όλο τον κόσμο, να πεισθεί

για τη μόνη αλήθεια, που δεν σβήνει με το πάθος!



Λάσκαρης Π. Ζαράρης


********************************************************************************


Λάσκαρης Π. Ζαράρης

Όνειρα φυγής

(απόσπασμα)

*****************************************************************************

Λάσκαρης Π.Ζαράρης

«Η Νύμφη μέσα στη θαλασσοταραχή» *
(Απόσπασμα από την ανέκδοτη συλλογή σύντομων πεζογραφημάτων)

Είχε τις πρωινές στάλες πάνω στα μάγουλά της. Έτρεξε προς το μέρος μου που την καλούσα με μία κίνηση του χεριού, για να προστατευθεί κάτω απ’ τη σκεπή του κτιρίου. Ήταν η μοναδική της επιλογή. Απότομο το ξέσπασμα του ουρανού· τίποτα δεν προμηνούσε μία βροχερή μέρα. Όλοι ντυμένοι ανοιξιάτικα, ελαφρά, τυλιγμένοι με μία διάθεση κεφιού, τώρα προσπαθούσαν να προφυλαχτούν απ’ το νερό που πετούσαν τα αυτοκίνητα στο πέρασμά τους. «Βγήκα για ψώνια, αλλά δεν πρόλαβα…». Με κοίταξε βαθιά στα μάτια. Διέκρινα ένα κόκκινο σημάδι στο πρόσωπο της, στενό μα μεγάλο σε μήκος διέσχιζε την επιδερμίδα της, σαν ρεματάκι όπου κυλούσε μέσα του το νερό της βροχής. Στα χείλια της γυάλιζαν διαμάντια οι σταγόνες, ενώ τα μακριά μαλλιά της ήταν ανακατεμένα και υποδήλωναν έτσι την αιτία του ξεσπάσματος. «Με συγχωρείς, είμαι κάπως αναστατωμένη». Σήκωσε το δεξί χέρι της ψηλά, μπροστά στο πρόσωπο, προσπαθώντας να κρύψει τη γρατσουνιά απ’ το δικό μου βλέμμα, που γι’ αυτήν ήταν το βλέμμα ενός άγνωστου ανθρώπου. «Μαλώσατε πάλι ή κάνω λάθος;». Η φωνή μου ήταν σαν να έδινε μια δυνατή ώθηση στις αναμνήσεις της. Αναγνώρισα στα μάτια της την απροσδόκητη έκπληξη κι ύστερα μια λάμψη που εξαπλώνονταν αργά και επώδυνα. Μάθαινα τα νέα της από τον παιδικό μου φίλο, τον Μιχάλη, με κάθε λεπτομέρεια. Αναρωτιέμαι πολλές φορές για την τύχη ανθρώπων που ατύχησαν στον γάμο τους, ενώ είχαν τις καλύτερες προοπτικές να ευτυχήσουν. Η Ευτυχία, ο νεανικός μου έρωτας, μόνο ευτυχία δε θα έλεγες ότι ακτινοβολούσε. Ήταν εκείνη τη στιγμή ένα μαζεμένο, φοβισμένο κοριτσάκι και δυσκολευότανε απ’ την ταραχή της ν’ αρθρώσει λέξη. Ήξερα, το διάβαζα στα μάτια της το σφάλμα που είχε κάνει κάποτε. Πρέπει να κατάλαβε το λάθος της και να μετάνιωσε οικτρά που έμπλεξε μ’ έναν απότομο, αυθάδη, χωρίς ευαισθησίες άνθρωπο και μάλιστα αλκοολικό. Μα, πώς να μου το πει; Θα δίσταζε άλλωστε να το παραδεχτεί ευθέως, δεν την άφηνε η περηφάνια της να ομολογήσει πως όλα τα νιάτα της βυθίστηκαν σε μια συζυγική ομίχλη. Ήταν ένα λουλούδι μαραμένο με την πρωινή δροσιά και τη λαχτάρα ν’ αγγίξει τα ποθούμενα χείλια ενός άλλου, διαφορετικού κόσμου. Πόση δύναμη χρειάζεται κάποιος άραγε, για να ξεγράψει ολόκληρη ζωή και να γυρίσει πίσω σ’ έναν έρωτα και μια αγάπη παλιά; Έτρεμε ακόμη, δεν ήμουν σίγουρος αν ήταν φόβος που της καταπίεζε την ψυχή ή συγκίνηση που με συναντούσε μετά από τόσα χρόνια! «Εσύ, εσύ…, μα πότε γύρισες; Νόμιζα ότι βρισκόσουν ακόμη στην Αμερική». «Μόλις επέστρεψα στην πόλη, αποφασισμένος να εγκατασταθώ μόνιμα. Η τύχη μού χαμογέλασε και σε βρήκα γρήγορα. Δεν ξέρεις, πόση μεγάλη ανακούφιση είναι για τον άνθρωπο, που έφυγε μακριά από τις ρίζες του, να βρίσκεται τώρα απέναντι και να μιλά με το πιο όμορφο κομμάτι της ζωής του! Έπεσε πάνω μου και μ’ αγκάλιασε. Οι στάλες της βροχής είχαν στεγνώσει στα μαλλιά της, σαν τότε που με περίμενε έξω απ’ το φροντιστήριο με τα βιβλία αγκαλιά, μια φθινοπωρινή μέρα που είχα πάρει θάρρος και της έκανα τελικά την πρόταση να κάνουμε δεσμό, τρέμοντας με το φόβο της απόρριψης. Εκείνη όμως με κοίταξε για λίγο βαθιά και ύστερα έσκασε στα γέλια, λέγοντας: «Με πρόλαβες, θα σου το ’λεγα πρώτη εγώ!». Αναγνώρισα το ίδιο άρωμα που φορούσε από έφηβη· δροσερές οσμές ανθισμένων λουλουδιών. Θυμήθηκα, τι μου ψιθύρισε κάποτε στ’ αυτί, ακουμπισμένη στους ώμους μου, παρασυρμένη από ασυγκράτητο έρωτα: «Μην με ξεχάσεις, ακόμη και εάν φύγεις σε μια ξένη χώρα. Μην με ξεχάσεις, στείλε μου τα φιλιά σου με τον άνεμο και εάν δακρύσεις για μένα μες στη μοναξιά σου, στείλε μου τα δάκρυά σου με τη θάλασσα, για να μου κάνουν συντροφιά. Όσο τα όνειρά σου έρχονται κοντά μου, τόσο η καρδιά μου θα σκέφτεται εσένα, την παρηγοριά μου».

Λάσκαρης Π. Ζαράρης

(Από την ανέκδοτη συλλογή σύντομων πεζογραφημάτων: «Η Νύμφη μέσα στη θαλασσοταραχή» και συγκεκριμένα ολόκληρο το διήγημα με τίτλο: «Μια αναπάντεχη συνάντηση»).
Λάσκαρης Π.Ζαράρης

«Η Νύμφη μέσα στη θαλασσοταραχή» *
(Απόσπασμα από την ανέκδοτη συλλογή σύντομων πεζογραφημάτων)

Είχε τις πρωινές στάλες πάνω στα μάγουλά της. Έτρεξε προς το μέρος μου που την καλούσα με μία κίνηση του χεριού, για να προστατευθεί κάτω απ’ τη σκεπή του κτιρίου. Ήταν η μοναδική της επιλογή. Απότομο το ξέσπασμα του ουρανού· τίποτα δεν προμηνούσε μία βροχερή μέρα. Όλοι ντυμένοι ανοιξιάτικα, ελαφρά, τυλιγμένοι με μία διάθεση κεφιού, τώρα προσπαθούσαν να προφυλαχτούν απ’ το νερό που πετούσαν τα αυτοκίνητα στο πέρασμά τους. «Βγήκα για ψώνια, αλλά δεν πρόλαβα…». Με κοίταξε βαθιά στα μάτια. Διέκρινα ένα κόκκινο σημάδι στο πρόσωπο της, στενό μα μεγάλο σε μήκος διέσχιζε την επιδερμίδα της, σαν ρεματάκι όπου κυλούσε μέσα του το νερό της βροχής. Στα χείλια της γυάλιζαν διαμάντια οι σταγόνες, ενώ τα μακριά μαλλιά της ήταν ανακατεμένα και υποδήλωναν έτσι την αιτία του ξεσπάσματος. «Με συγχωρείς, είμαι κάπως αναστατωμένη». Σήκωσε το δεξί χέρι της ψηλά, μπροστά στο πρόσωπο, προσπαθώντας να κρύψει τη γρατσουνιά απ’ το δικό μου βλέμμα, που γι’ αυτήν ήταν το βλέμμα ενός άγνωστου ανθρώπου. «Μαλώσατε πάλι ή κάνω λάθος;». Η φωνή μου ήταν σαν να έδινε μια δυνατή ώθηση στις αναμνήσεις της. Αναγνώρισα στα μάτια της την απροσδόκητη έκπληξη κι ύστερα μια λάμψη που εξαπλώνονταν αργά και επώδυνα. Μάθαινα τα νέα της από τον παιδικό μου φίλο, τον Μιχάλη, με κάθε λεπτομέρεια. Αναρωτιέμαι πολλές φορές για την τύχη ανθρώπων που ατύχησαν στον γάμο τους, ενώ είχαν τις καλύτερες προοπτικές να ευτυχήσουν. Η Ευτυχία, ο νεανικός μου έρωτας, μόνο ευτυχία δε θα έλεγες ότι ακτινοβολούσε. Ήταν εκείνη τη στιγμή ένα μαζεμένο, φοβισμένο κοριτσάκι και δυσκολευότανε απ’ την ταραχή της ν’ αρθρώσει λέξη. Ήξερα, το διάβαζα στα μάτια της το σφάλμα που είχε κάνει κάποτε. Πρέπει να κατάλαβε το λάθος της και να μετάνιωσε οικτρά που έμπλεξε μ’ έναν απότομο, αυθάδη, χωρίς ευαισθησίες άνθρωπο και μάλιστα αλκοολικό. Μα, πώς να μου το πει; Θα δίσταζε άλλωστε να το παραδεχτεί ευθέως, δεν την άφηνε η περηφάνια της να ομολογήσει πως όλα τα νιάτα της βυθίστηκαν σε μια συζυγική ομίχλη. Ήταν ένα λουλούδι μαραμένο με την πρωινή δροσιά και τη λαχτάρα ν’ αγγίξει τα ποθούμενα χείλια ενός άλλου, διαφορετικού κόσμου. Πόση δύναμη χρειάζεται κάποιος άραγε, για να ξεγράψει ολόκληρη ζωή και να γυρίσει πίσω σ’ έναν έρωτα και μια αγάπη παλιά; Έτρεμε ακόμη, δεν ήμουν σίγουρος αν ήταν φόβος που της καταπίεζε την ψυχή ή συγκίνηση που με συναντούσε μετά από τόσα χρόνια! «Εσύ, εσύ…, μα πότε γύρισες; Νόμιζα ότι βρισκόσουν ακόμη στην Αμερική». «Μόλις επέστρεψα στην πόλη, αποφασισμένος να εγκατασταθώ μόνιμα. Η τύχη μού χαμογέλασε και σε βρήκα γρήγορα. Δεν ξέρεις, πόση μεγάλη ανακούφιση είναι για τον άνθρωπο, που έφυγε μακριά από τις ρίζες του, να βρίσκεται τώρα απέναντι και να μιλά με το πιο όμορφο κομμάτι της ζωής του! Έπεσε πάνω μου και μ’ αγκάλιασε. Οι στάλες της βροχής είχαν στεγνώσει στα μαλλιά της, σαν τότε που με περίμενε έξω απ’ το φροντιστήριο με τα βιβλία αγκαλιά, μια φθινοπωρινή μέρα που είχα πάρει θάρρος και της έκανα τελικά την πρόταση να κάνουμε δεσμό, τρέμοντας με το φόβο της απόρριψης. Εκείνη όμως με κοίταξε για λίγο βαθιά και ύστερα έσκασε στα γέλια, λέγοντας: «Με πρόλαβες, θα σου το ’λεγα πρώτη εγώ!». Αναγνώρισα το ίδιο άρωμα που φορούσε από έφηβη· δροσερές οσμές ανθισμένων λουλουδιών. Θυμήθηκα, τι μου ψιθύρισε κάποτε στ’ αυτί, ακουμπισμένη στους ώμους μου, παρασυρμένη από ασυγκράτητο έρωτα: «Μην με ξεχάσεις, ακόμη και εάν φύγεις σε μια ξένη χώρα. Μην με ξεχάσεις, στείλε μου τα φιλιά σου με τον άνεμο και εάν δακρύσεις για μένα μες στη μοναξιά σου, στείλε μου τα δάκρυά σου με τη θάλασσα, για να μου κάνουν συντροφιά. Όσο τα όνειρά σου έρχονται κοντά μου, τόσο η καρδιά μου θα σκέφτεται εσένα, την παρηγοριά μου».

Λάσκαρης Π. Ζαράρης

(Από την ανέκδοτη συλλογή σύντομων πεζογραφημάτων: «Η Νύμφη μέσα στη θαλασσοταραχή» και συγκεκριμένα ολόκληρο το διήγημα με τίτλο: «Μια αναπάντεχη συνάντηση»).
***************************************************************************















Λάσκαρης Π. Ζαράρης

**(Απόσπασμα από το διήγημα με τίτλο: «Η παράξενη ιστορία του αλόγου»).

Ο μπάρμπα-Θόδωρος τα είχε όλα διπλά σ’ αυτή τη ζωή για να έχει τύχη. Δύο μουλάρια, δύο άλογα, δύο κάρα, δύο αλέτρια, δύο αγόρια, δύο κορίτσια αλλά μία μονάχα γυναίκα. Σ’ αυτούς, λοιπόν που τον ρωτούσαν και τον ειρωνεύονταν απαντούσε: «Βρε παιδιά, τι να τις κάνω δυο γυναίκες, αφού μ’ έλαχε μία τόσο καλή και μάλιστα μ’ όλες τις χάρες του κόσμου! Η μπαμπούσκα* μου δεν πιάνει άραγε στο ζύγι αξία για δύο;». Έδινε την κατάλληλη απάντηση αστειευόμενος και προχωρούσε έπειτα με σιγουριά στον δρόμο χαιρετώντας κάθε χωριανό που συναντούσε. Μάλιστα, τους καλημέριζε ευγενικά: «Μπουόν…Τζιόρνο…» και το ’λεγε τόσο μακροσκελή, που έφτανε μέχρι τη θάλασσα και πάλι: «Μπουόν…Τζιόρνο…». Μα όλοι αναρωτιόντουσαν τι τους έλεγε και στέκονταν ν’ ακούσουν ξανά την έκφραση, ώσπου τους εξήγησε τι σημαίνει το «Μπουοντζιόρνο», αφού κατάλαβε πως δεν ήξεραν γρι από ιταλικά. Είχε έναν ξάδελφο έμπορο στην Ιταλία κι έτσι δεν έχανε στιγμή που να μην επιδείκνυε τις γνώσεις του στις ξένες γλώσσες. Μια μέρα καβάλα πάνω στο «Ρωμαίο» τόλμησε να ξεστομίσει αυτή τη λέξη και το κοκκινόχρωμο άλογο αγρίεψε κι έτρεξε μανιασμένο κάνοντας δυο-τρεις γύρους έξω απ’ την αποθήκη. Ύστερα σταμάτησε απότομα μπροστά στην πόρτα της παράγκας κι άρχισε ν’ ανασκαλεύει το χώμα κάτω με τα πόδια του σαν να ’θελε να εκδηλώσει τη διαμαρτυρία του γι’ αυτή τη λέξη. Ο μπάρμπα-Θόδωρος κατέβηκε από τη ράχη του λαχανιασμένος κι έκανε το σταυρό του. Το ατυχές περιστατικό συνέβηκε αρκετές φορές. Γιατί το λευκό του άλογο δεν αντιδρούσε παρόμοια με το κόκκινο; Μήπως εκείνο άρχισε να κουφαίνεται; Ή άραγε ο «Ρωμαίος» είχε τη δική του παραξενιά και δεν άντεχε ν’ ακούει μόνο τις ιταλικές λέξεις; Σκέφτηκε πως τα άλογα αντιλαμβάνονται τον παραμικρό ήχο και πως το άσπρο υπάκουε εύκολα μ’ ένα δικό του μακρόσυρτο «΄Ει…..ι!» ή μ’ ένα απαλό χτύπημα του χεριού στην πλάτη του ή μ’ ένα άγγιγμα της φτέρνας στα πλευρά του. Γεμάτος περιέργεια πήγε να ρωτήσει τον «αλμπάντη», τον πεταλωτή, που όπως και να ’χει, κάποιες γνώσεις έπρεπε να κατέχει σχετικά μ’ αυτή την περίπτωση. Όμως, τελικά εκείνος δεν του έδωσε καμία πειστική εξήγηση. «Τι να σου πω, Θόδωρε. Δεν ξέρω γιατί το άλογό σου έχει στα ιταλικά αλλεργία. Δοκίμασε να του πεις κι άλλες λέξεις μέχρι να σιγουρευτείς», απάντησε ο πεταλωτής απορημένος. Άλλη στιγμή ο μπάρμπα-Θόδωρος δοκίμασε να πει «καληνύχτα» στα ιταλικά στο κόκκινό του άλογο: «Μπουόνα…Νόττε…» κι εκείνο αντί να τον ευχαριστήσει για τα άχυρα και το νερό που του πρόσφερε, του γύρισε τον πισινό και του έριξε μια ξεγυρισμένη κλωτσιά. Από τότε ο «πολύγλωσσος» μπάρμπα-Θόδωρος σιγουρεύτηκε ότι δεν ήταν μια απλή σύμπτωση όλη αυτή η αλληλουχία των περιστατικών, όπου πρωταγωνιστούσε ο «Ρωμαίος» και δεν ξεστόμισε ξανά λέξη στα ιταλικά. Όταν διασταυρωνόταν με κάποιο χωριανό και τύχαινε να βρίσκεται καβάλα στο νευρικό του άλογο, σήκωνε μονάχα το χέρι του ψηλά για να τον χαιρετήσει και δεν άνοιγε το στόμα του να πει ούτε μια λέξη, γιατί φοβόταν την ξαφνική αντίδραση του ζώου του. Κάποτε επιτέλους συνήθισε να καλημερίζει στα ελληνικά τους συγχωριανούς του με τη βαριά βορειοθρακιώτικη προφορά, κάτι που άρεσε και στον «Ρωμαίο» που απαθής και αδιάφορος πια έπαιρνε τον δρόμο του προς τα χωράφια.

Λάσκαρης Π. Ζαράρης

(Απόσπασμα από τη συλλογή σύντομων πεζογραφημάτων: «Η θάλασσα που μας ενώνει», Ήρα Εκδοτική, 2013, και συγκεκριμένα από το διήγημα με τίτλο: «Η παράξενη ιστορία του αλόγου»).
*********************************************************************************

Λάσκαρης Π.Ζαράρης

''Ποίημα της καρδιάς''

Ένα ποίημα ξεχάστηκε στο δρόμο του...

Γραφόταν μόνο του χωρίς τον ποιητή

που μαγεμένος άκουγε τη σιγανή βροχή,

που πληγωμένος πάσχιζε να βρει διαφυγή,

κοιτάζοντας στα μάτια σου μια πόρτα αληθινή.

Κι αν άκουγε ψιθύρους της καρδιάς σου

κι αν άστρα μάζευε τα λόγια σου στη σκέψη του,

δεν θα μπορούσε να ποθήσει άλλο ουρανό

για όνειρα, που γέμιζαν με βλέμματα του πόθου.

Το ποίημα αυτό κανείς δε γίνεται να σβήσει

ούτε με πόνους, ούτε μ’ εγωισμούς

γιατί το χαρτί όπου γράφτηκε, έχει το βάρος της ψυχής!

Τα χέρια γίνονται φτερά μέσα στα ποθητά αγκαλιάσματα

όταν οι δυο ψυχές ενώνονται στον κύκλο της χαράς

κι οι ελπίδες χαράζουν ευτυχία, στο γαλήνιο πρόσωπό σου!

Ένα φεγγάρι χάνει το δρόμο του συχνά

και πότε-πότε αχνοφέγγει στα μαλλιά σου,

πότε σκιρτά σαν πληγωμένο κύμα στον καημό της θάλασσας,

πότε μ’ ανέμους σιγοπαίζει ένα αρμονικό τραγούδι:

«Σαν κύμα θα σε πιω,

διψασμένος βράχος εγώ,

που στα πόδια μου ξεσπάς

και φιλιά αναζητάς!».



Λάσκαρης Π. Ζαράρης




Λάσκαρης Π. Ζαράρης





Λάσκαρης Π.Ζαράρης

''Η ιστορία της γέννησης''

Εσύ χαμογελάς και ελπίζεις,

πότε την ταραγμένη θάλασσα ορίζεις,

πότε τον αγριεμένο ουρανό σκορπάς

σε σωτήρια βροχή

που συντροφεύει το κύμα.

Στα χέρια σου η γαλήνη επιστρέφει.

Να! Έρχεσαι, με το πολύτιμο δώρο της αγάπης·

ένα μικρό άνθος της τριανταφυλλιάς

που κλαίει, κλαίει

κι εσύ, η μάνα του

το κρατάς με ζεστασιά.

Μέσα απ’ τα μικρά του μάτια

ανασαίνει η άνοιξη,

στέλνοντας παντού το τραγούδι του ονείρου,

να ημερώσει ο πόνος της γέννησης

και τα μικρά του χέρια να πιαστούν

από ουρανούς που δεν φτάνουν ακόμη,

αρκεί να το λέει στο μέλλον δυνατά η καρδιά του.

Μάνα θα πει κι ας μην μπορεί ακόμη να μιλήσει:

«Δεν θα σε ξεχάσω ποτέ»,

μέσα από χείλη που τρέμουν

πριν νιώσουν στο μάγουλο

το θαυματουργό χάδι της μητρικής αγάπης.

Γιατί μάνα ήσουν εσύ η αιτία

που της ζωής το κελάρυσμα άκουσα

και της ψυχής το θρόισμα αισθάνθηκα.

Τα λόγια σου υπολόγισα σοβαρά

κι οι μικρές στάλες της ευτυχίας άνθισαν

σ’ έναν παράδεισο δικό σου.

Μικρές σπίθες σοφίας άστραψαν

και σκιές δροσερές απλώθηκαν

στο διάπλατο χαμόγελό σου

σαν μία απέραντη όαση στην άνυδρη έρημο.

Λάσκαρης Π. Ζαράρης
*********************************************************************************


Λάσκαρης Π.Ζαράρης

«Μία σημαντική αποστολή»**
(απόσπασμα)

Πέρασαν τρεις εβδομάδες από το δυσάρεστο γεγονός κι ο γάτος Αριστείδης πηγαινοερχόταν λυπημένος στη γειτονιά, με το χοντρό κεφάλι του σκυμμένο και τα μεγάλα μακριά μουστάκια κρεμασμένα προς τα κάτω. Είδε και απόειδε, σχεδόν είχε φτάσει στα πρόθυρα της μελαγχολίας ο παχουλός κοκκινοτρίχης και για ακόμη μία φορά αναρριχήθηκε στο μισάνοιχτο παράθυρο της τουαλέτας και ύστερα πέρασε στον κυρίως χώρο του σπιτιού. Στο σαλόνι η τηλεόραση τρεμόπαιζε μ’ έναν ενοχλητικό ψίθυρο, λες και θρηνούσε για την απουσία των ιδιοκτητών. Στο μικρό τραπεζάκι, στη βάση του φωτιστικού στεκόταν μία μεγάλη οικογενειακή φωτογραφία. Τα πρόσωπα χαρούμενα σε μια φευγαλέα στιγμή. Ο Αριστείδης κουλουριασμένος στα πόδια του μικρότερου της οικογένειας. Τότε ακριβώς ακούστηκε ένα μεγάλο, μακρόσυρτο και παραπονιάρικο «νιάου…ου!», που δόνησε την ατμόσφαιρα διαπερνώντας τους τοίχους του σπιτιού και πέρα απ’ τα στενά όρια της γειτονιάς αντηχώντας πάνω στις κορυφογραμμές των βουνών. Η ξαφνική εξαφάνιση του κυρίου Μιχάλη, της κυρίας Κατερίνας, του μικρού Νίκου, της μικρής Χριστίνας γέμισε την ασφάλεια του γάτου μ’ ένα τεράστιο γιατί…; ΓΙΑΤΙ! Ο γάτος Αριστείδης είχε μείνει μονάχος και ελεύθερος να κάνει οποιαδήποτε αταξία στο σπίτι χωρίς να τον μαλώσει κανείς! Μα ό,τι είχε ονειρευτεί έγινε ένας εφιάλτης. Σαν να του έδιναν ζωή εκείνα τα αδιάκοπα κυνηγητά και η άγρια και μανιασμένη φωνή του κυρίου Μιχάλη να κατευθύνεται παντού: «Αριστείδη, παλιόγατε, πάλι άφησες τις τρίχες σου πάνω στον καναπέ. Απείθαρχε, ζημιάρη, ακατάστατε». «Όταν ανακάλυπτε ότι οι τρίχες δεν ήταν δικές μου, αλλά της γλυκομίλητης γυναίκας του, η οποία είχε τη συνήθεια να λαγοκοιμάται μπροστά στην τηλεόραση, έπαιρνε τα λόγια του πίσω και χάιδευε με αργές κινήσεις το παχύ τρίχωμά μου. Για να τον ευχαριστήσω τού έφερνα τις παντόφλες. Σ’ αυτό το σπίτι όλοι με αγαπούσαν, παρόλο που αρκετές φορές τους εκνεύριζα με τα καμώματά μου. Ακόμη και όταν έσχιζα με τα άγρια νύχια μου τα τετράδια των παιδιών και πάλευα με την καλαμένια σκούπα στην αυλή της κυρίας Κατερίνας, δυσκολεύοντας την καθαριότητα του σπιτιού! Γι’ αυτό τον λόγο ακριβώς, αλήθεια, δε σταματούν τα δάκρυά μου και δεν μπορώ ν’ αποδεχτώ την απουσία τους. Να φύγουν όλοι και να μην επιστρέψουν μετά από τόσο καιρό, χωρίς να με πάρουν μαζί τους!!! Πώς βάσταξε η καρδιά τους να μ’ αφήσουν πίσω; Εκτός… αν έφυγαν από μία τόσο επείγουσα ανάγκη ή κάποια απειλή που δεν μπορώ να φανταστώ κι έτσι δε γινόταν να καθυστερήσουν άλλο. Αλλά το δικό μου μερίδιο ευθύνης δεν είναι καθόλου μικρό, γιατί δύο μέρες είχα να φανώ, πριν βρω το σπίτι άδειο από ανθρώπους. Μπορεί και να με αναζήτησαν με αγωνία, αλλά εμένα μου αρέσει να τριγυρνώ άσκοπα στους δρόμους της γειτονιάς και να κάνω παρέα μόνο με τις παχιές και χνουδωτές γατούλες, κατά προτίμηση Περσικές. Κάποτε συμπάθησα μια ναζιάρα μα κομψή γατούλα που φρόντιζε τη δίαιτά της, ενώ τον χειμώνα φορούσε γύρω στον λαιμό της ένα κόκκινο φουλάρι με χαρακτηριστικό κουδουνάκι. Ύστερα σκέφτηκα τον Λυκούργο, τον αξεπέραστο ρήτορα της γειτονιάς. Είχε τη συνήθεια να λέει πάντοτε τη γνώμη του ανοιχτά, χωρίς να φοβάται αν θα δυσαρεστήσει το κοινό που τον παρακολουθούσε συνήθως με προσοχή. Ανακατευόταν σε κάθε πρόβλημα μικρό ή μεγάλο των ζώων. Πονόψυχος, σωστός όμως στις παρατηρήσεις του και σοφός στη σκέψη, ήταν σεβαστός σ’ όλο το Ζωοβασίλειο γι’ αυτόν το λόγο. Είχε εκλεγεί πρόσφατα Πρόεδρος του τοπικού συλλόγου αποκατάστασης ορφανών και λοιπών κατατρεγμένων (αδέσποτων κλπ.). Σταχτής και μικρόσωμος, μ’ ένα βλέμμα που μόνο γάτου δεν έμοιαζε, γιατί το μυαλό του τον έκανε να γίνεται λιγότερο αυθόρμητος και πότε-πότε να συμπεριφέρεται σαν κάποιον αυστηρό δάσκαλο του σχολείου. Έτσι θέλησα να του εκφράσω τον πόνο μου, ελπίζοντας σε μια έξυπνη ιδέα του, μήπως και βρω κάποια άκρη στο ανεξήγητο μυστήριο! Εκείνος είχε τη συνήθεια να μιμείται τις εκφράσεις και τις χειρονομίες των ανθρώπων με τη βαριά και αργή του ομιλία, πιστεύοντας ότι έτσι θα γινόταν πιο κατανοητός. Όσοι τον γνώριζαν για πρώτη φορά, έλεγαν ότι τους θύμιζε μια κωμική φιγούρα από παιδικές σειρές ή ένα τροχονόμο σε δρόμο χωρίς μποτιλιάρισμα».

Λάσκαρης Π. Ζαράρης

**(Απόσπασμα από το εικονογραφημένο παραμύθι: «Μία σημαντική αποστολή», Ήρα Εκδοτική, 2013).
Λάσκαρης Π.Ζαράρης

«Μία σημαντική αποστολή»**
(απόσπασμα)

Πέρασαν τρεις εβδομάδες από το δυσάρεστο γεγονός κι ο γάτος Αριστείδης πηγαινοερχόταν λυπημένος στη γειτονιά, με το χοντρό κεφάλι του σκυμμένο και τα μεγάλα μακριά μουστάκια κρεμασμένα προς τα κάτω. Είδε και απόειδε, σχεδόν είχε φτάσει στα πρόθυρα της μελαγχολίας ο παχουλός κοκκινοτρίχης και για ακόμη μία φορά αναρριχήθηκε στο μισάνοιχτο παράθυρο της τουαλέτας και ύστερα πέρασε στον κυρίως χώρο του σπιτιού. Στο σαλόνι η τηλεόραση τρεμόπαιζε μ’ έναν ενοχλητικό ψίθυρο, λες και θρηνούσε για την απουσία των ιδιοκτητών. Στο μικρό τραπεζάκι, στη βάση του φωτιστικού στεκόταν μία μεγάλη οικογενειακή φωτογραφία. Τα πρόσωπα χαρούμενα σε μια φευγαλέα στιγμή. Ο Αριστείδης κουλουριασμένος στα πόδια του μικρότερου της οικογένειας. Τότε ακριβώς ακούστηκε ένα μεγάλο, μακρόσυρτο και παραπονιάρικο «νιάου…ου!», που δόνησε την ατμόσφαιρα διαπερνώντας τους τοίχους του σπιτιού και πέρα απ’ τα στενά όρια της γειτονιάς αντηχώντας πάνω στις κορυφογραμμές των βουνών. Η ξαφνική εξαφάνιση του κυρίου Μιχάλη, της κυρίας Κατερίνας, του μικρού Νίκου, της μικρής Χριστίνας γέμισε την ασφάλεια του γάτου μ’ ένα τεράστιο γιατί…; ΓΙΑΤΙ! Ο γάτος Αριστείδης είχε μείνει μονάχος και ελεύθερος να κάνει οποιαδήποτε αταξία στο σπίτι χωρίς να τον μαλώσει κανείς! Μα ό,τι είχε ονειρευτεί έγινε ένας εφιάλτης. Σαν να του έδιναν ζωή εκείνα τα αδιάκοπα κυνηγητά και η άγρια και μανιασμένη φωνή του κυρίου Μιχάλη να κατευθύνεται παντού: «Αριστείδη, παλιόγατε, πάλι άφησες τις τρίχες σου πάνω στον καναπέ. Απείθαρχε, ζημιάρη, ακατάστατε». «Όταν ανακάλυπτε ότι οι τρίχες δεν ήταν δικές μου, αλλά της γλυκομίλητης γυναίκας του, η οποία είχε τη συνήθεια να λαγοκοιμάται μπροστά στην τηλεόραση, έπαιρνε τα λόγια του πίσω και χάιδευε με αργές κινήσεις το παχύ τρίχωμά μου. Για να τον ευχαριστήσω τού έφερνα τις παντόφλες. Σ’ αυτό το σπίτι όλοι με αγαπούσαν, παρόλο που αρκετές φορές τους εκνεύριζα με τα καμώματά μου. Ακόμη και όταν έσχιζα με τα άγρια νύχια μου τα τετράδια των παιδιών και πάλευα με την καλαμένια σκούπα στην αυλή της κυρίας Κατερίνας, δυσκολεύοντας την καθαριότητα του σπιτιού! Γι’ αυτό τον λόγο ακριβώς, αλήθεια, δε σταματούν τα δάκρυά μου και δεν μπορώ ν’ αποδεχτώ την απουσία τους. Να φύγουν όλοι και να μην επιστρέψουν μετά από τόσο καιρό, χωρίς να με πάρουν μαζί τους!!! Πώς βάσταξε η καρδιά τους να μ’ αφήσουν πίσω; Εκτός… αν έφυγαν από μία τόσο επείγουσα ανάγκη ή κάποια απειλή που δεν μπορώ να φανταστώ κι έτσι δε γινόταν να καθυστερήσουν άλλο. Αλλά το δικό μου μερίδιο ευθύνης δεν είναι καθόλου μικρό, γιατί δύο μέρες είχα να φανώ, πριν βρω το σπίτι άδειο από ανθρώπους. Μπορεί και να με αναζήτησαν με αγωνία, αλλά εμένα μου αρέσει να τριγυρνώ άσκοπα στους δρόμους της γειτονιάς και να κάνω παρέα μόνο με τις παχιές και χνουδωτές γατούλες, κατά προτίμηση Περσικές. Κάποτε συμπάθησα μια ναζιάρα μα κομψή γατούλα που φρόντιζε τη δίαιτά της, ενώ τον χειμώνα φορούσε γύρω στον λαιμό της ένα κόκκινο φουλάρι με χαρακτηριστικό κουδουνάκι. Ύστερα σκέφτηκα τον Λυκούργο, τον αξεπέραστο ρήτορα της γειτονιάς. Είχε τη συνήθεια να λέει πάντοτε τη γνώμη του ανοιχτά, χωρίς να φοβάται αν θα δυσαρεστήσει το κοινό που τον παρακολουθούσε συνήθως με προσοχή. Ανακατευόταν σε κάθε πρόβλημα μικρό ή μεγάλο των ζώων. Πονόψυχος, σωστός όμως στις παρατηρήσεις του και σοφός στη σκέψη, ήταν σεβαστός σ’ όλο το Ζωοβασίλειο γι’ αυτόν το λόγο. Είχε εκλεγεί πρόσφατα Πρόεδρος του τοπικού συλλόγου αποκατάστασης ορφανών και λοιπών κατατρεγμένων (αδέσποτων κλπ.). Σταχτής και μικρόσωμος, μ’ ένα βλέμμα που μόνο γάτου δεν έμοιαζε, γιατί το μυαλό του τον έκανε να γίνεται λιγότερο αυθόρμητος και πότε-πότε να συμπεριφέρεται σαν κάποιον αυστηρό δάσκαλο του σχολείου. Έτσι θέλησα να του εκφράσω τον πόνο μου, ελπίζοντας σε μια έξυπνη ιδέα του, μήπως και βρω κάποια άκρη στο ανεξήγητο μυστήριο! Εκείνος είχε τη συνήθεια να μιμείται τις εκφράσεις και τις χειρονομίες των ανθρώπων με τη βαριά και αργή του ομιλία, πιστεύοντας ότι έτσι θα γινόταν πιο κατανοητός. Όσοι τον γνώριζαν για πρώτη φορά, έλεγαν ότι τους θύμιζε μια κωμική φιγούρα από παιδικές σειρές ή ένα τροχονόμο σε δρόμο χωρίς μποτιλιάρισμα». 



Λάσκαρης Π. Ζαράρης

**(Απόσπασμα από το εικονογραφημένο παραμύθι: «Μία σημαντική αποστολή», Ήρα Εκδοτική, 2013).











**********************************************************************************

Λάσκαρης Π. Ζαράρης

(απόσπασμα από το παιδικό βιβλίο: «Το νησί και το αθάνατο νερό»)

«Πετρελαιοκηλίδα! φώναξε έκπληκτος ο γέρο Τομ. Εντάξει, έχω ακούσει για την ατομική βόμβα που έριξαν οι Αμερικάνοι στη Χιροσίμα της Ιαπωνίας, αλλά πετρελαιοκηλίδα δεν ξέρω τι ακριβώς είναι…».
Ο γλάρος χασκογέλασε τεντώνοντας στον αέρα τα βαμβακένια φτερά του: «Αγαπητέ μου, δεν ξέρεις τι σου γίνεται σήμερα! Φέρνεις μαζί σου τη μυρωδιά της ναφθαλίνης. Πού ήσουν κλεισμένος, δύστυχε, τόσα χρόνια; Απ’ τη Χιροσίμα κι ύστερα έγιναν πολλά κι έχασες μπόλικα επεισόδια, όπως το πυρηνικό ατύχημα στο Τσερνομπίλ».
Το αεροπλάνο αδιαφόρησε: «Στο κάτω-κάτω γιατί έπρεπε να ξέρω πράγματα που δεν με ωφελούν παρά μόνο με κάνουν να σαπίζω απ’ τη στενοχώρια;».
«Η άγνοια μπορεί να σε καταστρέψει, φιλαράκο», απάντησε το πτηνό της θάλασσας. Όσο καιρό έλειπες από την ενεργό δράση ο κόσμος όλος αναστατώθηκε. Στη Ρωσία έγινε μια μεγάλη πυρηνική καταστροφή που γέμισε τους ανθρώπους με αρρώστιες. Το μικρό μου αδελφάκι γεννήθηκε ανάπηρο γι’ αυτό το λόγο».
«Έφτασε μέχρι εδώ αυτή η καταστροφή;».
«Ναι, πολλές πηγές νερού μολύνθηκαν, σου λέω, κανείς δεν μπορεί να ξέρει αν η τροφή που καταναλώνει ο άνθρωπος σήμερα είναι ασφαλής».
Ο «γέρο Τομ» άρχισε να φυσά και να ξεφυσά. Ουφφφφ έκανε κι άφησε μια μακριά μολυβιά στον ουρανό. Ύστερα ευχήθηκε να καταλάβουν οι άνθρωποι τα λάθη τους και να μετανοήσουν. Αυτός ο προβληματισμός για τα κακά του κόσμου, του χάλασε τη διάθεση, δεν κρατούσε τώρα σταθερή πορεία, πήρε να κάνει οχταράκια στον ουρανό σαν μεθυσμένο. Ο αέρας χαστούκιζε το ανυποψίαστο πρόσωπό του. Τα μικροσωματίδια της ατμόσφαιρας σκέπαζαν μ’ έναν λερωμένο μανδύα τη λαμαρίνα του.
Ο Πέτρος κατάλαβε πως από τη στενοχώρια του ο «γέρο Τομ» αύξησε την κατανάλωση.
«Το καύσιμό σου τελειώνει, φίλε. Πρέπει να προσγειωθούμε αναγκαστικά πολύ γρήγορα», τον προειδοποίησε.

Λάσκαρης Π. Ζαράρης

(Απόσπασμα από το παιδικό βιβλίο: «Το νησί και το αθάνατο νερό», Ήρα Εκδοτική, 2012).










*********************************************************************************
Λάσκαρης Π. Ζαράρης
**(Απόσπασμα από την ανέκδοτη συλλογή σύντομων πεζογραφημάτων: «Η Νύμφη μέσα στη θαλασσοταραχή» )

Το σώμα της ένιωθε το δροσερό αεράκι· τεντώθηκε το δέρμα της απ’ το ανέλπιστο άγγιγμα του βοριά. Η Θεά του Έρωτα είχε αφήσει έκθετα τα κάλλη της στη φύση, μα οι αμφιβολίες του ήλιου δεν την ηρεμούσαν, ίσα-ίσα τη συντάραζαν. Η Ζβετλάνα δεν άκουγε, ήταν βυθισμένη στον εαυτό της. Τα μεγάλα της γαλανά μάτια πετούσαν φωτιές στο ξημέρωμα και θαύμαζαν το επικίνδυνο παιχνίδι του ήλιου με τα σύννεφα. «Αυτό το ξημέρωμα είναι διαφορετικό από τα άλλα», τού είπε καθώς εκείνος της χάιδευε τον λαιμό. Απέναντι ήταν η εκκλησία του Αγίου Σπυρίδωνα και δεν είχε καμία όρεξη οι πιστοί που θα συνέρεαν με τα πρώτα χτυπήματα της καμπάνας, να κοντοσταθούν και να κοιτάζουν αδιάκριτα προς τα πάνω. Ένιωθε ότι όλες εκείνες οι συμπαθητικές κυριούλες θα κολάζονταν με τη συμπεριφορά του. Σκέφτηκε πως και η ίδια η σπιτονοικοκυρά του δε θα δεχόταν τέτοια πρόκληση και θα κατάφθανε με τα ολοστρόγγυλα μάγουλά της ν’ απαιτήσει τα χρωστούμενα νοίκια, θα τον έδιωχνε κακήν κακώς. «Πρέπει να φύγεις, σε λίγο θα ξεκινήσει η κίνηση στον δρόμο», της είπε αγανακτισμένος. «Θα καθίσω λίγο ακόμα. Η θέα του σπιτιού σου είναι πολύ καλή. Μου θυμίζει τη θέα του σπιτιού μου στο Μπέογκραντ», του απάντησε χωρίς δισταγμό. Ο Σωτήρης την αντάμειψε πλουσιοπάροχα για τις «υπηρεσίες της». Αλλά εκείνη δε δεχόταν τίποτα, ήταν ανένδοτη κι έψαχνε επιχειρήματα για να τον πείσει να την αφήσει να μείνει. «Θα σου ανοίξω την καρδιά μου. Θέλω να συζητήσουμε», τού είπε με μελωδική χροιά στη φωνή της. «Βρε τι πάθαμε! Είπα να περάσω μια ερωτική νύχτα και τώρα είμαι αναγκασμένος ν’ ακούσω τις εξομολογήσεις σου», αντέδρασε χτυπώντας θυμωμένα τα χέρια του στο τραπέζι. Η Ζβετλάνα όμως άρχισε να συγκινείται, τα μάτια της θόλωσαν, τα δάκρυά της κυλούσαν πάλι στο μάγουλό της, οι σκιές και η μάσκαρα άρχισαν να ξεβάφουν. Έτσι δυστυχισμένη και κλαμένη αυτή η «βόρεια καλλονή» έπαιρνε στοιχεία από τη μεσογειακή ομορφιά. Ήταν έτοιμος να της πει: «Εντάξει κορίτσι μου, ήσουν πολύ καλή στις υποχρεώσεις σου. Ομολογώ πως λίγες γυναίκες με συγκίνησαν όσο εσύ, αλλά μην μας πουλάς και αίσθημα τώρα!». Συγκρατήθηκε. Το κορμί της άρχισε να τουρτουρίζει απ’ την ψύχρα του πρωινού. Τη λυπήθηκε, τη σκέπασε με τη ρόμπα του. Η κοπέλα είχε αρπαχτεί πάνω του για να ζεσταθεί. Βούλιαζε στα συναισθήματά της. Τα χέρια της προσπαθούσαν να πιαστούν απ’ τον χλωμό ήλιο και το λιγοστό φως. Ήθελε να γελάσει λίγο κι ας πέρασε απ’ τη ζωή της δηλητήριο που πότισε την ψυχή της. Ο ήλιος κλωθογύριζε τον ίδιο πόνο. Οι αναμνήσεις ξεχείλιζαν στο πικρό ποτήρι της. Ο Σωτήρης ένιωσε υπαίτιος και άρχισε να ψάχνει το σφάλμα του στις κινήσεις και στα λόγια του. «Πού οφείλεται αυτό το συγκινησιακό ξέσπασμά της; Μα αυτή η πανύψηλη κοπέλα, χθες τη νύχτα, πέρασε την πόρτα του διαμερίσματός μου και η κορμοστασιά της και το ύφος της σιγουριάς της σ’ έκαναν να νιώθεις άβολα. Τώρα, βρίσκεται στη βεράντα μου ένα ψυχικό ράκος και το χειρότερο δεν ξέρω πώς να το χειριστώ. Αν συνεχίσω να επιμένω να φύγει, ίσως η αντίδρασή της γίνει εντονότερη. Το κλάμα της και οι φωνές της θα ξυπνήσουν τους γείτονες και τότε θα καταφθάσει ο «κέρβερος»· η σπιτονοικοκυρά μου, με διάθεση να μου παραδώσει μαθήματα ηθικής». Τότε εκείνη θα αποκάλυπτε μια σημαντική παράμετρο της προσωπικής ζωής του Σωτήρη· την ασωτία και τη φιληδονία. Δεν ήταν καθόλου άσχημος και είχε ωραία και ευγενικά χαρακτηριστικά. Θα δυσκολευόταν κανείς να πιστέψει ότι δεν ήταν ικανός να δημιουργήσει φυσιολογικές σχέσεις με γυναίκες, αλλά να γεύεται τις χαρές του «άλλου φύλου» μέσω των γνωστών γραφείων γνωριμιών. Η γοητεία του ήταν το μεγάλο του δόλωμα. Ήξερε κιόλας να μιλά με τρόπο, να τουμπάρει και τις πιο δύσκολες με την αρρενωπότητά του. Έκανε και επίδειξη των μυών του στα κοριτσόπουλα που τον πλησίαζαν με θαυμασμό. Βέβαια, το αδύνατό του σημείο ήταν η νευρικότητα· τα απότομα ξεσπάσματα, του είχαν στοιχίσει πολύ σε γνωριμίες. Η αλήθεια είναι ότι εκτιμούσε πολύ το «ωραίο φύλο», αλλά απέφευγε τις δεσμεύσεις και τις συναισθηματικές ακρότητες. Απεχθανόταν τις υποχρεώσεις που απέρρεαν από τις πολύχρονες και ώριμες σχέσεις. Ήθελε να παραμένει αμετανόητος εργένης. «Μάλλον θα την κατέκλυσαν οι συνηθισμένες τύψεις συνειδήσεως, λόγω του ξεπεσμού της, και γι’ αυτό βρέθηκε σε τέτοια κατάσταση», σκέφτηκε χωρίς αμφιβολίες. Άρχισε να μαλακώνει ο Σωτήρης, της έπιασε το χέρι· κίνηση ασυνήθιστη για τον χαρακτήρα του. Ποτέ δεν ασχολήθηκε με τα προκαταρκτικά. Όποια ποθούσε, την κοιτούσε απευθείας στο στήθος και στα πόδια. Άγνωστη η λέξη «τρυφερότητα» στο λεξικό αυτού του εργένη. «Έλα, πάμε μέσα να μου τα πεις!», την τράβηξε χωρίς να του εναντιωθεί εκείνη.

Λάσκαρης Π. Ζαράρης

(Από την ανέκδοτη συλλογή σύντομων πεζογραφημάτων: «Η Νύμφη μέσα στη θαλασσοταραχή» και συγκεκριμένα απόσπασμα από το διήγημα με τίτλο: «Το ίδιο ξημέρωμα»).
Λάσκαρης Π. Ζαράρης
**(Απόσπασμα από την ανέκδοτη συλλογή σύντομων πεζογραφημάτων: «Η Νύμφη μέσα στη θαλασσοταραχή» )

Το σώμα της ένιωθε το δροσερό αεράκι· τεντώθηκε το δέρμα της απ’ το ανέλπιστο άγγιγμα του βοριά. Η Θεά του Έρωτα είχε αφήσει έκθετα τα κάλλη της στη φύση, μα οι αμφιβολίες του ήλιου δεν την ηρεμούσαν, ίσα-ίσα τη συντάραζαν. Η Ζβετλάνα δεν άκουγε, ήταν βυθισμένη στον εαυτό της. Τα μεγάλα της γαλανά μάτια πετούσαν φωτιές στο ξημέρωμα και θαύμαζαν το επικίνδυνο παιχνίδι του ήλιου με τα σύννεφα. «Αυτό το ξημέρωμα είναι διαφορετικό από τα άλλα», τού είπε καθώς εκείνος της χάιδευε τον λαιμό. Απέναντι ήταν η εκκλησία του Αγίου Σπυρίδωνα και δεν είχε καμία όρεξη οι πιστοί που θα συνέρεαν με τα πρώτα χτυπήματα της καμπάνας, να κοντοσταθούν και να κοιτάζουν αδιάκριτα προς τα πάνω. Ένιωθε ότι όλες εκείνες οι συμπαθητικές κυριούλες θα κολάζονταν με τη συμπεριφορά του. Σκέφτηκε πως και η ίδια η σπιτονοικοκυρά του δε θα δεχόταν τέτοια πρόκληση και θα κατάφθανε με τα ολοστρόγγυλα μάγουλά της ν’ απαιτήσει τα χρωστούμενα νοίκια, θα τον έδιωχνε κακήν κακώς. «Πρέπει να φύγεις, σε λίγο θα ξεκινήσει η κίνηση στον δρόμο», της είπε αγανακτισμένος. «Θα καθίσω λίγο ακόμα. Η θέα του σπιτιού σου είναι πολύ καλή. Μου θυμίζει τη θέα του σπιτιού μου στο Μπέογκραντ», του απάντησε χωρίς δισταγμό. Ο Σωτήρης την αντάμειψε πλουσιοπάροχα για τις «υπηρεσίες της». Αλλά εκείνη δε δεχόταν τίποτα, ήταν ανένδοτη κι έψαχνε επιχειρήματα για να τον πείσει να την αφήσει να μείνει. «Θα σου ανοίξω την καρδιά μου. Θέλω να συζητήσουμε», τού είπε με μελωδική χροιά στη φωνή της. «Βρε τι πάθαμε! Είπα να περάσω μια ερωτική νύχτα και τώρα είμαι αναγκασμένος ν’ ακούσω τις εξομολογήσεις σου», αντέδρασε χτυπώντας θυμωμένα τα χέρια του στο τραπέζι. Η Ζβετλάνα όμως άρχισε να συγκινείται, τα μάτια της θόλωσαν, τα δάκρυά της κυλούσαν πάλι στο μάγουλό της, οι σκιές και η μάσκαρα άρχισαν να ξεβάφουν. Έτσι δυστυχισμένη και κλαμένη αυτή η «βόρεια καλλονή» έπαιρνε στοιχεία από τη μεσογειακή ομορφιά. Ήταν έτοιμος να της πει: «Εντάξει κορίτσι μου, ήσουν πολύ καλή στις υποχρεώσεις σου. Ομολογώ πως λίγες γυναίκες με συγκίνησαν όσο εσύ, αλλά μην μας πουλάς και αίσθημα τώρα!». Συγκρατήθηκε. Το κορμί της άρχισε να τουρτουρίζει απ’ την ψύχρα του πρωινού. Τη λυπήθηκε, τη σκέπασε με τη ρόμπα του. Η κοπέλα είχε αρπαχτεί πάνω του για να ζεσταθεί. Βούλιαζε στα συναισθήματά της. Τα χέρια της προσπαθούσαν να πιαστούν απ’ τον χλωμό ήλιο και το λιγοστό φως. Ήθελε να γελάσει λίγο κι ας πέρασε απ’ τη ζωή της δηλητήριο που πότισε την ψυχή της. Ο ήλιος κλωθογύριζε τον ίδιο πόνο. Οι αναμνήσεις ξεχείλιζαν στο πικρό ποτήρι της. Ο Σωτήρης ένιωσε υπαίτιος και άρχισε να ψάχνει το σφάλμα του στις κινήσεις και στα λόγια του. «Πού οφείλεται αυτό το συγκινησιακό ξέσπασμά της; Μα αυτή η πανύψηλη κοπέλα, χθες τη νύχτα, πέρασε την πόρτα του διαμερίσματός μου και η κορμοστασιά της και το ύφος της σιγουριάς της σ’ έκαναν να νιώθεις άβολα. Τώρα, βρίσκεται στη βεράντα μου ένα ψυχικό ράκος και το χειρότερο δεν ξέρω πώς να το χειριστώ. Αν συνεχίσω να επιμένω να φύγει, ίσως η αντίδρασή της γίνει εντονότερη. Το κλάμα της και οι φωνές της θα ξυπνήσουν τους γείτονες και τότε θα καταφθάσει ο «κέρβερος»· η σπιτονοικοκυρά μου, με διάθεση να μου παραδώσει μαθήματα ηθικής». Τότε εκείνη θα αποκάλυπτε μια σημαντική παράμετρο της προσωπικής ζωής του Σωτήρη· την ασωτία και τη φιληδονία. Δεν ήταν καθόλου άσχημος και είχε ωραία και ευγενικά χαρακτηριστικά. Θα δυσκολευόταν κανείς να πιστέψει ότι δεν ήταν ικανός να δημιουργήσει φυσιολογικές σχέσεις με γυναίκες, αλλά να γεύεται τις χαρές του «άλλου φύλου» μέσω των γνωστών γραφείων γνωριμιών. Η γοητεία του ήταν το μεγάλο του δόλωμα. Ήξερε κιόλας να μιλά με τρόπο, να τουμπάρει και τις πιο δύσκολες με την αρρενωπότητά του. Έκανε και επίδειξη των μυών του στα κοριτσόπουλα που τον πλησίαζαν με θαυμασμό. Βέβαια, το αδύνατό του σημείο ήταν η νευρικότητα· τα απότομα ξεσπάσματα, του είχαν στοιχίσει πολύ σε γνωριμίες. Η αλήθεια είναι ότι εκτιμούσε πολύ το «ωραίο φύλο», αλλά απέφευγε τις δεσμεύσεις και τις συναισθηματικές ακρότητες. Απεχθανόταν τις υποχρεώσεις που απέρρεαν από τις πολύχρονες και ώριμες σχέσεις. Ήθελε να παραμένει αμετανόητος εργένης. «Μάλλον θα την κατέκλυσαν οι συνηθισμένες τύψεις συνειδήσεως, λόγω του ξεπεσμού της, και γι’ αυτό βρέθηκε σε τέτοια κατάσταση», σκέφτηκε χωρίς αμφιβολίες. Άρχισε να μαλακώνει ο Σωτήρης, της έπιασε το χέρι· κίνηση ασυνήθιστη για τον χαρακτήρα του. Ποτέ δεν ασχολήθηκε με τα προκαταρκτικά. Όποια ποθούσε, την κοιτούσε απευθείας στο στήθος και στα πόδια. Άγνωστη η λέξη «τρυφερότητα» στο λεξικό αυτού του εργένη. «Έλα, πάμε μέσα να μου τα πεις!», την τράβηξε χωρίς να του εναντιωθεί εκείνη. 

Λάσκαρης Π. Ζαράρης



(Από την ανέκδοτη συλλογή σύντομων πεζογραφημάτων: «Η Νύμφη μέσα στη θαλασσοταραχή» και συγκεκριμένα απόσπασμα από το διήγημα με τίτλο: «Το ίδιο ξημέρωμα»).

Λάσκαρης Π.Ζαράρης

*(απόσπασμα το διήγημα με τίτλο: «Μαυροντυμένα όνειρα»)

Κάθε πρωί, το χάραμα και λίγο πριν βραδιάσει, το πυκνό και ατέλειωτο σύννεφο, το μαύρο σκοτάδι πετούσε πάνω απ’ τις σκεπές σε διάφορους σχηματισμούς πριν χωθεί για τα καλά στον επίγειο παράδεισό του, τα πεύκα. Κι εκείνη η απαίσια φωνή τους, το αντιαισθητικό κράξιμο σκορπούσε μια προστιθέμενη ανατριχίλα στο συνηθισμένο ρίγος που προξενεί η θέαση του συρματοπλέγματος. Νεοφερμένος, με απόσπαση σ’ αυτή τη φυλακή, είχε ακούσει πολλά από τους συναδέλφους του για τον ταϊστή των κορακιών, με μια δόση υπερβολής που από στόμα σε στόμα έπαιρνε τις διαστάσεις ενός μύθου θολού και με αβέβαιη προοπτική… Το συρματόπλεγμα· το κοφτερό αγκάθι στις σκέψεις φρουρών και κρατουμένων. Είχε αναλάβει απογευματινή υπηρεσία στη σκοπιά που του επέτρεπε να εποπτεύει το χώρο του προαυλίου και κυρίως την περιοχή κάτω απ’ το υπόστεγο, όπου μαζεύονταν οι κρατούμενοι να συζητήσουν και να γυμναστούν. Οι ίδιες πάντα ταλαιπωρημένες φυσιογνωμίες, με μια ελαφριά παραλλαγή της δικής τους ιστορίας στα πρόσωπα, του δικού τους πόνου στις εκφράσεις. Όταν το μάτι δεν πιάνει θάλασσα, μόνον ουρανό, τότε η φαντασία και το όνειρο γίνονται οι μόνιμοι σύντροφοι που σε ταξιδεύουν. Όλοι προσπαθούν να πλάσουν μια όσο το δυνατόν ιδεατή και αρεστή εικόνα. Το παραμύθι κάνει πιο υποφερτή τη ζωή εκεί μέσα. Ποιος να ήταν άραγε εκείνος ο άγνωστος μοναχικός κρατούμενος που σπάνια συμμετείχε σε κουβέντες, χωμένος στο προσωπικό του «κλουβί»; Το προαύλιο είχε γεμίσει ξεροκόμματα από το πρωί κι εκτός των κορακιών, επωφελούνταν και άλλα πτηνά. Ίσως τα ξεροκόμματα να ήταν σκόρπια συναισθήματα που αναζητούσαν την αθόρυβη λύτρωση, μ’ αυτή την απλή κίνηση της προσφοράς. Σαν να απαλειφόταν η ενοχή, καινούργιοι δρόμοι ανοίγονταν μπροστά του, το μαύρο στον γαλάζιο ουρανό διαγραφόταν πιο χτυπητό κι από το μαύρο της ψυχής μέσα στην απομόνωση. Ήλπιζε ότι στο κελί του θα μπορούσε να περάσει αξέχαστες στιγμές, ακόμη και ωφέλιμες, παρόμοιες μ’ αυτές που συμβαίνουν στον στρατό για να πάρεις το βάπτισμα του πυρός με τη σκληραγωγία και την υπομονή. Μόνο που εκεί είχες κάποια επίπλαστη αίσθηση ελευθερίας, κάποια δυνατότητα του «έξω» κόσμου και μιας προσωπικής ζωής, ενώ εδώ παραμένεις ένα κλειστό βιβλίο, ένα βιβλίο που συνεχίζεται να γράφεται, άγνωστο για πόσο διάστημα, με κίνδυνο να γεράσεις πριν καν επιστρέψεις στην άλλη «κανονική» ζωή. Ήταν το λάθος σου τόσο μεγάλο; Όμως το δεχόσουν τόσο έντιμα και με τόλμη, αφήνοντας στην άκρη τις συνηθισμένες δικαιολογίες: «Είμαι αθώος. Οι άλλοι της παρέας με πήραν στον λαιμό τους!». Μια βραδιά -πριν έρθει η ώρα του εγκλεισμού στους θαλάμους- διέκρινες τον συγκεκριμένο ταϊστή μέσα στο πλήθος. Πλησίασε βιαστικά προς το μέρος σου, σκορπώντας σε μικρά κομμάτια όλο το ψωμί του ατομικού του συσσιτίου, άλλα στο προαύλιο, άλλα πετώντας τα πάνω στο υπόστεγο. Η μορφή του ίσως σε παίδεψε, κάτι παλιό πήγαινε να ξεχωρίσει, μα δε θυμόσουν πότε και τι ακριβώς, λες και η μνήμη έπλαθε ένα παιχνίδι… Άλλη έκπληξη όταν ακούστηκε η φωνή του: «Παρακαλώ ένα τσιγάρο, παρακαλώ ένα τσιγάρο!». «Ένα δύο, ένα δύο». Του πέταξες ένα ασυναίσθητα από ψηλά, έτσι απλά μόνο και μόνο σαν πράξη ευαισθησίας και ανθρωπιάς. «Ένα δύο, ένα δύο. Παραπόδα άρμ!». Η ίδια φωνή, τώρα ικετευτική, τότε επιτακτική: «Στρατιώτη Ζωγραφίδη, μην κινείσαι!». «Λοχία Παναγιωτόπουλε, εσύ;». Ένας κόσμος πιεσμένος καταρρίφθηκε μ’ ένα τσιγάρο. Άλλαξε πλεύση το παγωμένο καράβι από ανθρώπινη ζεστασιά κι ένα βαθύ χαμόγελο χαράχτηκε στο πρόσωπό του, βασιλικό. Με μια προσφορά αγάπης ο κόσμος αλλάζει, γίνεται καινούργιος, έστω πίσω απ’ τα κάγκελα, έστω πίσω απ’ τη μοναξιά. Εκείνα τα κρίσιμα δευτερόλεπτα μέχρι να τον αναγνωρίσει μέσα από την μπλε στολή, επίσημο και με τη σιγουριά της θέσης, ήταν σαν ένας άνεμος που φύσηξε ξαφνικά, διαλύοντας όλη την ατσάλινη ομίχλη της φυλακής. Έτσι ερμηνεύτηκε το δυσεξήγητο όνειρο, που τον έκανε να χάσει την προηγούμενη νύχτα την ηρεμία του και να χτυπιέται στη σιδερένια πόρτα του κελιού. Ο ένας ψηλά απ’ τη σκοπιά του, ο άλλος κάτω, δεν πίστευαν στα μάτια τους για την τυχαία συνάντηση. Δύο φίλοι απ’ τα παλιά, άγουροι φαντάροι, τώρα να βρίσκονται έκπληκτοι από την ίδια τη μοίρα τους και αντιμέτωποι με τα προβλήματα που η ίδια τούς έθετε. Του είπε αυθόρμητα: «Μην το βάζεις κάτω. Ίσως έξω η ζωή να είναι πιο σκληρή». Ποιος να του το έλεγε πως εκείνος ο δαιμόνιος λοχίας, ο διασκεδαστικός, εξίσου ωριμότατος για την ηλικία του, θα τον είχε φέρει τούμπα η ζωή. Μέσα στην ατημέλητη και ανήσυχη όψη του ξεχώριζε η λάμψη του παλιού πανέξυπνου βλέμματος. Όμως το όνειρο το έλεγε ξεκάθαρα, πριν αρχίσει να ουρλιάζει από έλλειψη συμπαράστασης… Είδε ένα σπίτι αρχοντικό, λίγα μέτρα μακριά του. Μέσα στη νύχτα και στο φεγγαρόφωτο φαινόταν εντυπωσιακό κι όμως καμία κίνηση δεν τάραζε την αυλή του. Όταν πήρε την απόφαση να ξεφύγει απ’ τον περιορισμό και να διεισδύσει στα μυστικά του σπιτιού απρόσκλητος, πρόσωπα απειλητικά, με αγριεμένα χαρακτηριστικά τον έδειχναν με το δάχτυλο και τον κατηγορούσαν: «Αυτός! Αυτός!». Μέσα στα δωμάτια, τ’ αγαπημένα του μαύρα πουλιά έκραζαν ατελείωτα, κυκλώνοντάς τον. Κάποια μάλιστα τού μίλησαν με ανθρώπινη φωνή. Άλλα πετούσαν με χαρά προς το ανοιχτό παράθυρο κι ως εκ θαύματος το παράθυρο ήταν το σύνορο. Το απέραντο περνούσε πρώτα απ’ το σύνορο, το λευκό πρώτα απ’ το μαύρο. Κάθε μαύρο πουλί που έβγαινε από τα δωμάτια, γινόταν άσπρο. Όταν ετοιμαζόταν να το βάλει στα πόδια, έντρομος προς τα εκεί που ξεκίνησε, βρέθηκε να ταΐζει κοπάδια από ολόλευκα περιστέρια. Ίσως η επιθυμία για ελευθερία να μην είναι τόσο σημαντική όσο μια κίνηση αγάπης. «Λοχία Παναγιωτόπουλε, μη βαρυγκωμάς. Η δύναμη βρίσκεται μέσα σου».

Λάσκαρης Π. Ζαράρης

(Από την ανέκδοτη συλλογή σύντομων πεζογραφημάτων: «Η Νύμφη μέσα στη θαλασσοταραχή» και συγκεκριμένα ολόκληρο το διήγημα με τίτλο: «Μαυροντυμένα όνειρα»)
**********************************************************************************
Λάσκαρης Π.Ζαράρης

''Ιερή Στιγμή''




Λάσκαρης Π.Ζαράρης

Η ιερή στιγμή

Κοίταξα βαθιά μες στον καθρέφτη,
το πορφυρό σύννεφο, μού έγνεφε.
Κόβουν οι λέξεις σαν γυαλιά•
είναι οι φωτιές της μνήμης
μέσα στους σκοτεινούς και υπόγειους δρόμους.
Ας βρούνε κάποτε και μια στεριά
που αναζητώ σαν κουρασμένος
ταξιδευτής των ονείρων,
σαν κυνηγός θαυμάτων
ριζώνοντας στου εφικτού τη δόξα!
Να έρθει η ιερή στιγμή
μετά τις αγωνιώδεις μάχες της απώλειας.

Οι λέξεις-Αμαζόνες ορμούν με αυτοπεποίθηση
να τιθασεύσουν το άγριο χαρτί
που γράφεται με τόση μοναξιά κι ελπίδα.
Χορεύουν ασταμάτητα, αγαπημένες της λάμψης,
του ουρανού οι κόρες οι πολύχυμες.

Μες στον καθρέφτη των ερωτημάτων
κάποια απάντηση προσμένω
στης μοίρας τον μονότονο ρυθμό,
συλλέγοντας κομμάτια
της θρυμματισμένης μου ζωής
μέσα στων λέξεων τη γαλήνη
και στου ποιήματος την πρωινή λαχτάρα.

16/01/2011
Λάσκαρης Π. Ζαράρης
(Από την ανέκδοτη ποιητική συλλογή «Στον Έρωτα που πίνουν νέκταρ οι Θνητοί»).


*******************************************************************************




Λάσκαρης Π.Ζαράρης

(απόσπασμα από το διήγημα με τίτλος''Τα θλιμμένα βράχια)

Ήρθε όμως, η στιγμή να σταματήσει σε μια άλλη φωτογραφία. Νόμιζες πως μέτραγε τα λόγια της, πριν σχολιάσει κάτι σχετικό, πριν της ξεφύγει κάτι που ύστερα δε θα μπορούσε να διορθώσει. Το χέρι άρχισε να τρέμει τώρα, ενώ σύγκαιρα ακούστηκε μια φωνή βγαλμένη απ’ τα χείλια της τόσο σιγανή, σαν ψίθυρος: «Ο άντρας μου», είπε. Τα κατσαρά του μαλλιά, το λεπτό μουστάκι, τα στρόγγυλα μεγάλα γυαλιά έκαναν αντίθεση με το ηλιοκαμένο του πρόσωπο και τις φαρδιές του πλάτες. Ο ορθωμένος γιακάς και το παπιγιόν έδιναν την εικόνα διανοούμενου. Τον περιστοίχιζαν παρόμοιες φυσιογνωμίες, σε νεαρή ηλικία, που η κυρά-Παναγιώτα εξήγησε πως ήταν οι τελειόφοιτοι της Διδασκαλικής Σχολής. «Εκείνη την εποχή τελείωνε τις σπουδές του κι είχαμε ήδη τον Νίκο και τον Περικλή. Αργότερα βέβαια, τα παιδιά έμειναν ορφανά απ’ την πλευρά του πατέρα τους». «Μα, πώς ακριβώς έγινε, κυρά-Παναγιώτα;» την ρώτησα. «Ο Δημήτρης κάποια μέρα εξαφανίστηκε, τον ψάχναμε πολύ καιρό, δε βρίσκαμε πουθενά τα ίχνη του. Ώσπου μια μέρα χτύπησαν την πόρτα τού σπιτιού ο χωροφύλακας μαζί με τον παπά και λέγοντας: «Δόξα Σοι ο Θεός, βρέθηκε τελικά ο άντρας σου, κυρά-Παναγιώτα στ’ ανοιχτά του λιμανιού, δεν είναι όμως… ζωντανός. Να γίνει η κηδεία όσο το δυνατόν γρηγορότερα, ν’ αναπαυτεί η ψυχή του κακομοίρη». Ένας ναύτης παρατήρησε απ’ το κατάστρωμα ενός καραβιού -μου είπαν- ένα άγνωστο αντικείμενο να επιπλέει στη θάλασσα. Ήταν ένα επικίνδυνο σημείο, όπου υπάρχουν πάρα πολλοί ύφαλοι. Ανάμεσα σ’ αυτούς τους υφάλους έπρεπε να περάσουν τα καράβια για να μπορέσουν να πλησιάσουν την ακτή. Όταν κατάλαβαν ότι ήταν άνθρωπος, κατέβασαν μια βάρκα και μάζεψαν το σώμα του κύριου Δημήτρη. Τα κύματα τον είχαν ξεράσει πάνω στα βράχια -συμπέραναν οι ειδικοί- γιατί είχε πληγές στο σώμα του παντού. Όλοι πίστεψαν πως ο θάνατός του επήλθε από πνιγμό. Άλλοι υποστηρίζανε πως ήταν αυτοκτονία που είχε σχεδιάσει να κάνει ο δάσκαλος. Λέγανε πως έχασε τα μυαλά του από τότε που σκοτώθηκαν τα δυο παιδιά του στην περίφημη εξέγερση του Ολύμπου το 1878, στις ακτές του Λιτόχωρου. Μερικοί βασίστηκαν σε κάποιο γνωστό περιστατικό: Είχε φτάσει μια έκτακτη ειδοποίηση απ’ το Υπουργείο Παιδείας να εγκαταλείψει ο άντρας μου τη θέση του στο σχολείο, διότι με «την τελευταία κυβερνητική απόφαση παύει να υφίσταται σ’ ολόκληρη τη Βουλγαρική επικράτεια η διδασκαλία της Ελληνικής γλώσσας και ως εκ τούτου πρέπει να εγκαταλείψετε την Ανατολική Ρωμυλία λίαν συντόμως». Ο δάσκαλος, όμως δεν το έβαζε κάτω κι απάντησε: «Δε θα παύσω να διδάσκω την ελληνική γλώσσα, με την οποία ο Θεός με ευλόγησε να έχω ως μητρική, ακόμη κι αν μου κόψετε το κεφάλι!». Αυτή του η ευσυνειδησία κι η αγάπη του για τη μόρφωση των παιδιών ήταν το μεγαλύτερο φορτίο της οικογενειακής μας ζωής. «Να ξέρετε», έλεγε στους μαθητές του, «πως εγώ έδωσα στην πατρίδα τα δυο παιδιά μου. Τα αφιέρωσα στο βωμό της θυσίας, της αρετής και των ιδανικών». Συχνά πυκνά τούς περιέγραφε αναλυτικά τον χρυσό αιώνα του Περικλή, τα κατορθώματα του Μέγα Αλέξανδρου, αλλά και τα μαρτύρια των αγίων της εκκλησίας μας, οι οποίοι έμεναν αμετακίνητοι στην πίστη τους μπροστά στους αρνητές της. Τελικά κατέφθασε ο Γενικός Επιθεωρητής μαζί με τον Νομάρχη και τον τράβηξαν με το ζόρι μακριά απ’ τις σχολικές αίθουσες. Έκλαιγε, ήταν ένα ερείπιο ψυχής που αναγκαζόταν ν’ αφήσει τις αγαπημένες του έδρες και τα θρανία λόγω της μανίας των εθνικιστών. Όταν άρχισαν οι διώξεις των Ελλήνων, μάζεψε όσα παιδιά είχαν τη φλόγα της μάθησης και τα δίδασκε μυστικά στην αποθήκη του σπιτιού μας». Ξαφνικά η κυρά-Παναγιώτα άρχισε να νιώθει ανυπόφορη οργή· το βλέμμα της αγρίεψε, έσφιξε τα χέρια της σε γροθιές. Συνέχισε έτσι το μονόλογο της: «Ορισμένες φορές, παρά τη θέλησή μας, ένα σκοτεινό πέπλο τυλίγει τον άνθρωπο, τρυπώνει μες στην ψυχή του, μολύνει το μυαλό του, άγρια ένστικτα βγαίνουν στην επιφάνεια. Τότε το μίσος καταπίνει σαν θηρίο ό,τι βρει μπροστά του. Όλοι πίστευαν ότι ήμουν μια γυναίκα καταδεχτική, ήσυχη, που συμπονούσε τον άντρα της και τον είχε στο πλευρό της πάντοτε ευτυχισμένη. Δεν ήμουν ποτέ έτσι, όπως έλεγαν· ήταν ένας μύθος με τον οποίο με τύλιξε η μικρή μας κοινωνία». Η ηλικιωμένη γυναίκα σε μια στιγμή έσπρωξε τις πόρτες της ψυχής της τόσο απρόσμενα, με πρωτόγνωρο θάρρος. Πάφλαζαν τα συναισθήματά της σαν τα βίαια κύματα, δεν το άντεχε να κρατήσει πια ένα μεγάλο μυστικό. Ζητούσε διέξοδο, ν’ ανοιχτεί μακριά απ’ τον κρυφό της πόνο, να εξομολογηθεί τις αμαρτίες της σε κάποιον άλλον φωνάζοντας: «Ο βράχος, ο βράχος». Αναρωτήθηκα για ποιον συγκεκριμένα «βράχο» μιλούσε, μιας κι όλες οι παραλίες του χωριού ήταν βραχώδεις. Εκείνη συνέχισε κι οι ρυτίδες της προβλήθηκαν αναπάντεχα στο πρόσωπό της σαν μεγάλες ριγωτές δίπλες θάλασσας.

«Ήμουν κακιά γυναίκα, παιδί μου. Πολύ κακιά. Ποτέ δε μου αρκούσε κάτι. Ήθελα κάτι παραπάνω ακόμη, γκρίνιαζα συνεχώς. Έτσι θα συμπεράνεις πως ο άντρας μου μια ανήσυχη, αγριεμένη νύχτα δεν άντεξε και πήγε να πηδήξει από εκεί για ν’ απαλλαχτεί απ’ τη βασανιστική παρουσία μου. Μπορείς να πεις ότι τον γκρέμισε από ψηλά ένας απ’ τους παθιασμένους Βούλγαρους εθνικιστές που εχθρεύονταν τα όνειρα και την πρόοδο του Ελληνισμού. Ούτε ο πόνος των χαμένων παιδιών του ήταν τόσο βαθύς, ώστε να θέσει τέρμα στη ζωή του, γιατί πίστευε πως ήταν ήρωες, περηφανεύονταν γι’ αυτό ακριβώς. Μα δεν ήταν κανείς και τίποτα απ’ όλα αυτά που ανέφερα πιο πριν». «Ποιο χέρι τον έσπρωξε απ’ τον βράχο, κυρά-Παναγιώτα; Ποιος ήταν ο φονιάς του άντρα σας;», ξεστόμισα ασυναίσθητα, με αγωνία.

Λάσκαρης Π. Ζαράρης

(Απόσπασμα από τη συλλογή σύντομων πεζογραφημάτων: «Η θάλασσα που μας ενώνει», Ήρα Εκδοτική, 2013, και συγκεκριμένα από το διήγημα με τίτλο: «Τα θλιμμένα βράχια»).
****************************************************************************
Λάσκαρης Π.Ζαράρης

(απόσπασμα από το διήγημα :''Μία αναπάντητη ερώτηση''

«Ο κύριος Υπουργός οδηγήθηκε απ’ τον κύριο Δήμαρχο και τους συμβούλους του -μέσω μίας παράπλευρης πόρτας- στην εξέδρα των ομιλητών, αποφεύγοντας να ενοχληθεί από πιθανές ερωτήσεις και πέραν του δέοντος χαιρετισμούς του κόσμου, που περίμενε στην κεντρική είσοδο της αίθουσας. Διέκρινε μέσα στο πλήθος όμορφες, ροδομάγουλες χωριατοπούλες, τις οποίες θα ζήλευαν οι πιο καλοντυμένες, ευπαρουσίαστες Αθηναίες. Δεν κρυβόταν εύκολα η λατρεία του στις γυναίκες, γι’ αυτό επέμενε να ξεκινήσει τις ομιλίες μία κατάξανθη κοπέλα, ένα απ’ τα πιο δραστήρια στελέχη της τοπικής κομματικής οργάνωσης. Τη στιγμή που το «επίσημο πρόσωπο» έκανε την εμφάνισή του, από τα χείλη των παρευρισκομένων ξέφυγε ένα μακρόσυρτο «ω…». Λες κι έβγαινε στη σκηνή ο ταχυδακτυλουργός μάγος που θα ξεκινούσε τα επιδέξια κόλπα του για να μαγνητίσει το κοινό και τελικά να το υπνωτίσει ξεχνώντας την αθλιότητά του. Κάποιες κυρίες απ’ τον κόσμο της «καλής κοινωνίας», στολισμένες με πανάκριβα χρυσαφικά, μορφές ογκώδεις που χωρούσαν με δυσκολία στα κομψά ταγιέρ τους, σχολίασαν την εμφάνιση του περί ου ο λόγος κυρίου: «Κούκλος είναι ο καλός μας Υπουργός, του πάει τέλεια αυτό το μπλε κουστούμι!». «Αμ, κι η κοιλιά του πάει…», σχολίασε ένας απ’ τους αγενείς «επαρχιώτες» συμπληρώνοντας απτόητος: «Φαίνεται πως ο άνθρωπος έφαγε πολλά στο πόστο του και τώρα ήρθε να εισπράξει τα τελευταία απομεινάρια μας, να πάρει τις διαβεβαιώσεις ότι θα τον στηρίξουμε στην κατασπάραξη τού κρατικού κορβανά!». Οι κυρίες μαζεύτηκαν σαν γάτες ενοχλημένες. Τα μάτια τους άστραψαν κατά του ανάγωγου «χωριάτη». Του γύρισαν τις πλάτες προς ένδειξη διαμαρτυρίας. «Σιωπή!» φώναξαν κάποιοι επιτακτικά, «Έχει ήδη ανέβει στο βήμα ο Υπουργός!». Όσοι είχαν παρακολουθήσει πολλές φορές τις ομιλίες του ήταν σε θέση να γνωρίζουν καλά την αρχή, τη μέση και το τέλος αυτής κι αναλόγως των περιστάσεων να υποπτευθούν κάποιες μικρές αλλαγές. Το μεγαλύτερο μέρος των ακροατών δείχνει ότι συμφωνεί μαζί του, δε διαμαρτύρεται. Κάποια μαθήματα υποκριτικής πρέπει να επέδρασαν θετικά στο γοητευτικό προσωπείο, που φορεί ο κύριος Υπουργός αλλά και στο άλλο, το χαμηλότερο στην πολιτική κλίμακα, του κύριου Δημάρχου, του οποίου το λεξιλόγιο εμπλουτίστηκε με λέξεις σύνθετες, «ακαδημαϊκές». Έτσι φέρνει «ως παράδειγμα αξιόλογης, καρποφόρας πολιτικής παρουσίας τον κύριο Υπουργό, ο οποίος είναι απ’ τους ελάχιστους «πολιτικούς άνδρες» σήμερα που μπορούν ν’ αρθρώσουν ικανοποιητικό λόγο και να διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο στην πραγματοποίηση των αιτημάτων του δοκιμαζόμενου αγρότη, εξαιτίας των ασύμφορων εισαγωγών των αγροτικών προϊόντων. Τα εμπόδια που στήνουν οι πολιτικοί αντίπαλοί μας σ’ αυτόν τον δίκαιο αγώνα του αγρότη, γρήγορα θα παραμεριστούν απ’ την επινοημένη κι αποτελεσματική άσκηση της πολιτικής μας, όσον αφορά την υπεράσπιση των συμφερόντων των «αδυνάτων τάξεων», και θα υποχωρήσουν στην καθημερινή πίεσή μας τα ποταπά ανδράποδα με τις πλανερές πομφόλυγες τους!». Ο κόσμος σήκωσε τα βλέφαρα κεραυνοβολημένος απ’ την τελευταία φράση του κύριου Δημάρχου, που τώρα ίσιαζε και χάιδευε το μακρύ μουστάκι του, περήφανος για το κατόρθωμά του. Ο Υπουργός πήρε με τη σειρά του τη θέση του στο βήμα συνοφρυωμένος για ό,τι ειπώθηκε σχετικά με τα «ποταπά ανδράποδα με τις πλανερές πομφόλυγες τους!». Οι αδαείς ρωτούσανε τους καλλιεργημένους τι ακριβώς σημαίνει ολόκληρη η φράση, μα όλοι σκοντάφτανε στη λέξη «πομφόλυγα», που κανείς δεν μπορούσε να εξηγήσει. Πώς διέρρευσε αυτή η δικής του επινόησης φράση που έκανε τον κύριο Δήμαρχο να καμαρώνει; Τώρα έπρεπε να την αντικαταστήσει με λέξεις εφάμιλλου κάλλους ή αν δεν έβρισκε τις κατάλληλες, να τις παραλείψει τονίζοντας άλλα σημεία της ομιλίας. Ο Δήμαρχος τού είχε στήσει την πρώτη παγίδα».

Λάσκαρης Π. Ζαράρης

(Απόσπασμα από τη συλλογή σύντομων πεζογραφημάτων: «Η θάλασσα που μας ενώνει», Ήρα Εκδοτική, 2013, και συγκεκριμένα από το διήγημα με τίτλο: «Μία αναπάντητη ερώτηση»).
Λάσκαρης Π.Ζαράρης

(απόσπασμα από το διήγημα :''Μία αναπάντητη  ερώτηση''

«Ο κύριος Υπουργός οδηγήθηκε απ’ τον κύριο Δήμαρχο και τους συμβούλους του -μέσω μίας παράπλευρης πόρτας- στην εξέδρα των ομιλητών, αποφεύγοντας να ενοχληθεί από πιθανές ερωτήσεις και πέραν του δέοντος χαιρετισμούς του κόσμου, που περίμενε στην κεντρική είσοδο της αίθουσας. Διέκρινε μέσα στο πλήθος όμορφες, ροδομάγουλες χωριατοπούλες, τις οποίες θα ζήλευαν οι πιο καλοντυμένες, ευπαρουσίαστες Αθηναίες. Δεν κρυβόταν εύκολα η λατρεία του στις γυναίκες, γι’ αυτό επέμενε να ξεκινήσει τις ομιλίες μία κατάξανθη κοπέλα, ένα απ’ τα πιο δραστήρια στελέχη της τοπικής κομματικής οργάνωσης. Τη στιγμή που το «επίσημο πρόσωπο» έκανε την εμφάνισή του, από τα χείλη των παρευρισκομένων ξέφυγε ένα μακρόσυρτο «ω…». Λες κι έβγαινε στη σκηνή ο ταχυδακτυλουργός μάγος που θα ξεκινούσε τα επιδέξια κόλπα του για να μαγνητίσει το κοινό και τελικά να το υπνωτίσει ξεχνώντας την αθλιότητά του. Κάποιες κυρίες απ’ τον κόσμο της «καλής κοινωνίας», στολισμένες με πανάκριβα χρυσαφικά, μορφές ογκώδεις που χωρούσαν με δυσκολία στα κομψά ταγιέρ τους, σχολίασαν την εμφάνιση του περί ου ο λόγος κυρίου: «Κούκλος είναι ο καλός μας Υπουργός, του πάει τέλεια αυτό το μπλε κουστούμι!». «Αμ, κι η κοιλιά του πάει…», σχολίασε ένας απ’ τους αγενείς «επαρχιώτες» συμπληρώνοντας απτόητος: «Φαίνεται πως ο άνθρωπος έφαγε πολλά στο πόστο του και τώρα ήρθε να εισπράξει τα τελευταία απομεινάρια μας, να πάρει τις διαβεβαιώσεις ότι θα τον στηρίξουμε στην κατασπάραξη τού κρατικού κορβανά!». Οι κυρίες μαζεύτηκαν σαν γάτες ενοχλημένες. Τα μάτια τους άστραψαν κατά του ανάγωγου «χωριάτη». Του γύρισαν τις πλάτες προς ένδειξη διαμαρτυρίας. «Σιωπή!» φώναξαν κάποιοι επιτακτικά, «Έχει ήδη ανέβει στο βήμα ο Υπουργός!». Όσοι είχαν παρακολουθήσει πολλές φορές τις ομιλίες του ήταν σε θέση να γνωρίζουν καλά την αρχή, τη μέση και το τέλος αυτής κι αναλόγως των περιστάσεων να υποπτευθούν κάποιες μικρές αλλαγές. Το μεγαλύτερο μέρος των ακροατών δείχνει ότι συμφωνεί μαζί του, δε διαμαρτύρεται. Κάποια μαθήματα υποκριτικής πρέπει να επέδρασαν θετικά στο γοητευτικό προσωπείο, που φορεί ο κύριος Υπουργός αλλά και στο άλλο, το χαμηλότερο στην πολιτική κλίμακα, του κύριου Δημάρχου, του οποίου το λεξιλόγιο εμπλουτίστηκε με λέξεις σύνθετες, «ακαδημαϊκές». Έτσι φέρνει «ως παράδειγμα αξιόλογης, καρποφόρας πολιτικής παρουσίας τον κύριο Υπουργό, ο οποίος είναι απ’ τους ελάχιστους «πολιτικούς άνδρες» σήμερα που μπορούν ν’ αρθρώσουν ικανοποιητικό λόγο και να διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο στην πραγματοποίηση των αιτημάτων του δοκιμαζόμενου αγρότη, εξαιτίας των ασύμφορων εισαγωγών των αγροτικών προϊόντων. Τα εμπόδια που στήνουν οι πολιτικοί αντίπαλοί μας σ’ αυτόν τον δίκαιο αγώνα του αγρότη, γρήγορα θα παραμεριστούν απ’ την επινοημένη κι αποτελεσματική άσκηση της πολιτικής μας, όσον αφορά την υπεράσπιση των συμφερόντων των «αδυνάτων τάξεων», και θα υποχωρήσουν στην καθημερινή πίεσή μας τα ποταπά ανδράποδα με τις πλανερές πομφόλυγες τους!». Ο κόσμος σήκωσε τα βλέφαρα κεραυνοβολημένος απ’ την τελευταία φράση του κύριου Δημάρχου, που τώρα ίσιαζε και χάιδευε το μακρύ μουστάκι του, περήφανος για το κατόρθωμά του. Ο Υπουργός πήρε με τη σειρά του τη θέση του στο βήμα συνοφρυωμένος για ό,τι ειπώθηκε σχετικά με τα «ποταπά ανδράποδα με τις πλανερές πομφόλυγες τους!». Οι αδαείς ρωτούσανε τους καλλιεργημένους τι ακριβώς σημαίνει ολόκληρη η φράση, μα όλοι σκοντάφτανε στη λέξη «πομφόλυγα», που κανείς δεν μπορούσε να εξηγήσει. Πώς διέρρευσε αυτή η δικής του επινόησης φράση που έκανε τον κύριο Δήμαρχο να καμαρώνει; Τώρα έπρεπε να την αντικαταστήσει με λέξεις εφάμιλλου κάλλους ή αν δεν έβρισκε τις κατάλληλες, να τις παραλείψει τονίζοντας άλλα σημεία της ομιλίας. Ο Δήμαρχος τού είχε στήσει την πρώτη παγίδα».

Λάσκαρης Π. Ζαράρης

(Απόσπασμα από τη συλλογή σύντομων πεζογραφημάτων: «Η θάλασσα που μας ενώνει», Ήρα Εκδοτική, 2013, και συγκεκριμένα από το διήγημα με τίτλο: «Μία αναπάντητη ερώτηση»).



**************************************************************************

Βιογραφικό Σημείωμα του Λάσκαρη Π. Ζαράρη.

Ο Λάσκαρης Π. Ζαράρης γεννήθηκε στο Βόλο το 1969 και κατοικεί στη Νέα Αγχίαλο. Αποφοίτησε από το Γενικό Λύκειο τού τόπου του το 1987 και έλαβε πτυχίο οδοντοτεχνίτη από την Ιδιωτική Σχολή Παραϊατρικών Επαγγελμάτων «ΠΑΣΤΕΡ» το 1991. Είναι παντρεμένος, πατέρας δύο ανήλικων παιδιών και εργάζεται στις φυλακές (δημόσιος υπάλληλος, ως Εξωτερικός φρουρός φυλακών), σ’ έναν ομολογουμένως δύσκολο χώρο, αλλά αυτό δεν τον εμποδίζει να ανακαλύπτει παντού γύρω του ευκαιρίες για έμπνευση και δημιουργική συγγραφή. Άλλωστε αυτό αποτελεί μια συνεχής ψυχική ανάγκη και ένα διασκεδαστικό παιχνίδι που τον οδηγεί καθημερινά σε πρωτόγνωρες καταστάσεις κάνοντάς τον να νιώθει σαν τον μικρό φιλοπερίεργο εξερευνητή. Τα πρώτα βήματά του στην περιπέτεια της γραφής ξεκίνησαν με την ποίηση. Έχει γράψει πάνω από 300 ποιήματα, πολλά διηγήματα, άρθρα και από το 2010 επιδίδεται ταυτόχρονα και στη συγγραφή παιδικών μυθιστορημάτων. Το 2012 έστρεψε το ενδιαφέρον του στη συγγραφή ενός βιβλίου για παιδιά, με θέμα τους προϊστορικούς ανθρώπους. Συμμετείχε σε πολλές ανθολογίες και συλλογικές εκδόσεις, ενώ έχει εκδώσει μέχρι σήμερα μία ποιητική συλλογή με τίτλο: «Παράθυρο στα όνειρα» (βραβευμένη από τον Διεθνή Πολιτιστικό Οργανισμό «Το Καφενείο των Ιδεών» το έτος 2010), ένα παιδικό βιβλίο με τίτλο: «Το νησί και το αθάνατο νερό» (βραβευμένο σαν ανέκδοτο έργο από τον Φιλολογικό Σύλλογο «Παρνασσός» το έτος 2010 και σαν βιβλίο από τον Ελληνικό Πολιτιστικό Όμιλο Κυπρίων της Αθήνας το έτος 2012), μία συλλογή είκοσι σύντομων πεζογραφημάτων με τίτλο: «Η θάλασσα που μας ενώνει» και ένα εικονογραφημένο παραμύθι με τίτλο: «Μία σημαντική αποστολή» (βραβευμένο σαν ανέκδοτο έργο από την Εταιρεία Τεχνών, Επιστήμης & Πολιτισμού), όπου πρωταγωνιστούν διάφορα συμπαθητικά ζώα. Είναι τακτικό μέλος της Ένωσης Λογοτεχνών Βορείου Ελλάδος, της Αμφικτυονίας Ελληνισμού, της Διασπορικής Λογοτεχνικής Στοάς, του Ελληνικού Πολιτιστικού Ομίλου Κυπρίων της Αθήνας και του Φιλοπρόοδου Συλλόγου Νέας Αγχιάλου. Δημοσιεύει ποιήματα και διηγήματα στις εφημερίδες: «Νέα Αγχίαλος» και «Κυπριακός Ελληνισμός», στα λογοτεχνικά περιοδικά: «Μουσών Μέλαθρον», «Δευκαλίων ο Θεσσαλός», «Νέα Αριάδνη» και «Πνευματική Ζωή», στο διαδίκτυο και ιδιαίτερα στο προσωπικό του blog: http://parathyrostaoneira.blogspot.com/ όπου παρουσιάζει το έργο νέων δημιουργών (κυρίως ποιητών αλλά και πεζογράφων), κάνοντας εκτενείς κριτικές μελέτες. Από το 2008 μέχρι σήμερα έχει βραβευτεί επανειλημμένα από Φιλολογικούς Συλλόγους, Ενώσεις Λογοτεχνών, Πολιτιστικές Εταιρείες και Λογοτεχνικά Περιοδικά σε πανελλήνιους λογοτεχνικούς διαγωνισμούς σε διαφορετικά είδη του λόγου: ποίηση, διήγημα, δοκίμιο, νουβέλα και παιδικό μυθιστόρημα. Έχει διατελέσει μέλος κριτικών επιτροπών αξιολόγησης σε λογοτεχνικούς διαγωνισμούς Ποίησης και Διηγήματος.

Έργα-συμμετοχές:

- Το 2009 συμμετείχε στην ανθολογία «Ποίηση και Ζωγραφική», η οποία εκδόθηκε από τον εκδοτικό οίκο «Υδρόγειος» και τη Μη Κυβερνητική Οργάνωση για τον Πολιτισμό «Αργοναύτες», με το ποίημα: «Η όραση των αγαθών». - Τον Απρίλιο του 2010 κυκλοφόρησε η πρώτη προσωπική ποιητική συλλογή του με τίτλο: «Παράθυρο στα όνειρα» (αυτοέκδοση), η οποία έλαβε το Νοέμβρη του 2010 βραβείο στον διαγωνισμό βιβλίου που διοργάνωσε «Το Καφενείο των Ιδεών» στη Σαλαμίνα. - Το 2011 συμμετείχε στις συλλογές: «Επιστολή Αγάπης» και «Διηγήματα - Παιδική Λογοτεχνία - Ποιήματα», οι οποίες εκδόθηκαν από την Αστική μη Κερδοσκοπική Εταιρεία «Διοτίμα και Μούσες», με το διήγημα: «Στη χαράδρα» και το παιδικό διήγημα: «Ο Ντόναλντ ξέρει τι κάνει…», και σε μία Ανθολογία Ποίησης – Διηγήματος (Ζ΄ Τόμος: Σύγχρονοι Έλληνες Λογοτέχνες με αφιέρωμα στη Θεσσαλία) που εκδόθηκε από την Πολιτιστική Συνεργασία και περιέχει το διήγημα: «Η θάλασσα που μας ενώνει» και τα ποιήματα: «Ο όρκος» και «Η θλίψη του τοπίου». - Το 2012 συμμετείχε στην έκδοση της Αμφικτυονίας Ελληνισμού για τον Γ΄ Παγκόσμιο Ποιητικό Διαγωνισμό με θέμα: «Αρχαίο Πνεύμα Αθάνατο» και με το ποίημά του: «Η μάνα όλης της ανθρωπότητας· η ελπίδα», στην ανθολογία: «Αλμανάκ, Βραβείων Ανθός 2011, Σειρά: Σύγχρονοι Έλληνες Δημιουργοί» από τις εκδόσεις «Ίανθος» και τον Πολιτιστικό Σύλλογο «Το Καφενείο των Ιδεών», με δύο ποιήματα του με τίτλο: «Οι παραμένοντες» και «Μια συνηθισμένη ιστορία» και στο Λεύκωμα: «Όταν η Ποίηση συναντά… τη ζωγραφική», έκδοση του Δημοτικού Οργανισμού Εκπαίδευσης Δήμου Βόλου, με το ποίημα: «Η Νεράϊδα του Παλαιόκαστρου». - Τον Ιούλιο του 2012 κυκλοφόρησε από τον Εκδοτικό Οίκο «Ήρα Εκδοτική» στο Βόλο το παιδικό μυθιστόρημα του με τίτλο: «Το νησί και το αθάνατο νερό». - Τον Ιανουάριο του 2013 συμμετείχε σε ψηφιακό βιβλίο (e-book) των Εκδόσεων Σαΐτα με θέμα: «Το ταξίδι ενός χαρτονομίσματος», μ’ ένα διήγημα με τίτλο: «Και τα χαρτονομίσματα έχουν ψυχή και καρδιά!». - Τον Μάρτιο του 2013 κυκλοφόρησε από τον Εκδοτικό Οίκο «Ήρα Εκδοτική» στο Βόλο η συλλογή σύντομων πεζογραφημάτων με τίτλο: «Η θάλασσα που μας ενώνει». - Τον Απρίλιο του 2013 κυκλοφόρησε από τον Εκδοτικό Οίκο «Ήρα Εκδοτική» στο Βόλο το εικονογραφημένο παραμύθι με τίτλο: «Μία σημαντική αποστολή». - Τον Ιούνιο του 2013 συμμετείχε στο συλλογικό έργο: «Βιογραφικό Λεξικό Ελλήνων Συγγραφέων» από τις εκδόσεις «Ωρίωνας».
Βιογραφικό Σημείωμα του Λάσκαρη Π. Ζαράρη.

Ο Λάσκαρης Π. Ζαράρης γεννήθηκε στο Βόλο το 1969 και κατοικεί στη Νέα Αγχίαλο. Αποφοίτησε από το Γενικό Λύκειο τού τόπου του το 1987 και έλαβε πτυχίο οδοντοτεχνίτη από την Ιδιωτική Σχολή Παραϊατρικών Επαγγελμάτων «ΠΑΣΤΕΡ» το 1991. Είναι παντρεμένος, πατέρας δύο ανήλικων παιδιών και εργάζεται στις φυλακές (δημόσιος υπάλληλος, ως Εξωτερικός φρουρός φυλακών), σ’ έναν ομολογουμένως δύσκολο χώρο, αλλά αυτό δεν τον εμποδίζει να ανακαλύπτει παντού γύρω του ευκαιρίες για έμπνευση και δημιουργική συγγραφή. Άλλωστε αυτό αποτελεί μια συνεχής ψυχική ανάγκη και ένα διασκεδαστικό παιχνίδι που τον οδηγεί καθημερινά σε πρωτόγνωρες καταστάσεις κάνοντάς τον να νιώθει σαν τον μικρό φιλοπερίεργο εξερευνητή. Τα πρώτα βήματά του στην περιπέτεια της γραφής ξεκίνησαν με την ποίηση. Έχει γράψει πάνω από 300 ποιήματα, πολλά διηγήματα, άρθρα και από το 2010 επιδίδεται ταυτόχρονα και στη συγγραφή παιδικών μυθιστορημάτων. Το 2012 έστρεψε το ενδιαφέρον του στη συγγραφή ενός βιβλίου για παιδιά, με θέμα τους προϊστορικούς ανθρώπους. Συμμετείχε σε πολλές ανθολογίες και συλλογικές εκδόσεις, ενώ έχει εκδώσει μέχρι σήμερα μία ποιητική συλλογή με τίτλο: «Παράθυρο στα όνειρα» (βραβευμένη από τον Διεθνή Πολιτιστικό Οργανισμό «Το Καφενείο των Ιδεών» το έτος 2010), ένα παιδικό βιβλίο με τίτλο: «Το νησί και το αθάνατο νερό» (βραβευμένο σαν ανέκδοτο έργο από τον Φιλολογικό Σύλλογο «Παρνασσός» το έτος 2010 και σαν βιβλίο από τον Ελληνικό Πολιτιστικό Όμιλο Κυπρίων της Αθήνας το έτος 2012), μία συλλογή είκοσι σύντομων πεζογραφημάτων με τίτλο: «Η θάλασσα που μας ενώνει» και ένα εικονογραφημένο παραμύθι με τίτλο: «Μία σημαντική αποστολή» (βραβευμένο σαν ανέκδοτο έργο από την Εταιρεία Τεχνών, Επιστήμης & Πολιτισμού), όπου πρωταγωνιστούν διάφορα συμπαθητικά ζώα. Είναι τακτικό μέλος της Ένωσης Λογοτεχνών Βορείου Ελλάδος, της Αμφικτυονίας Ελληνισμού, της Διασπορικής Λογοτεχνικής Στοάς, του Ελληνικού Πολιτιστικού Ομίλου Κυπρίων της Αθήνας και του Φιλοπρόοδου Συλλόγου Νέας Αγχιάλου. Δημοσιεύει ποιήματα και διηγήματα στις εφημερίδες: «Νέα Αγχίαλος» και «Κυπριακός Ελληνισμός», στα λογοτεχνικά περιοδικά: «Μουσών Μέλαθρον», «Δευκαλίων ο Θεσσαλός», «Νέα Αριάδνη» και «Πνευματική Ζωή», στο διαδίκτυο και ιδιαίτερα στο προσωπικό του blog: http://parathyrostaoneira.blogspot.com/ όπου παρουσιάζει το έργο νέων δημιουργών (κυρίως ποιητών αλλά και πεζογράφων), κάνοντας εκτενείς κριτικές μελέτες. Από το 2008 μέχρι σήμερα έχει βραβευτεί επανειλημμένα από Φιλολογικούς Συλλόγους, Ενώσεις Λογοτεχνών, Πολιτιστικές Εταιρείες και Λογοτεχνικά Περιοδικά σε πανελλήνιους λογοτεχνικούς διαγωνισμούς σε διαφορετικά είδη του λόγου: ποίηση, διήγημα, δοκίμιο, νουβέλα και παιδικό μυθιστόρημα. Έχει διατελέσει μέλος κριτικών επιτροπών αξιολόγησης σε λογοτεχνικούς διαγωνισμούς Ποίησης και Διηγήματος.

Έργα-συμμετοχές:

- Το 2009 συμμετείχε στην ανθολογία «Ποίηση και Ζωγραφική», η οποία εκδόθηκε από τον εκδοτικό οίκο «Υδρόγειος» και τη Μη Κυβερνητική Οργάνωση για τον Πολιτισμό «Αργοναύτες», με το ποίημα: «Η όραση των αγαθών». - Τον Απρίλιο του 2010 κυκλοφόρησε η πρώτη προσωπική ποιητική συλλογή του με τίτλο: «Παράθυρο στα όνειρα» (αυτοέκδοση), η οποία έλαβε το Νοέμβρη του 2010 βραβείο στον διαγωνισμό βιβλίου που διοργάνωσε «Το Καφενείο των Ιδεών» στη Σαλαμίνα. - Το 2011 συμμετείχε στις συλλογές: «Επιστολή Αγάπης» και «Διηγήματα - Παιδική Λογοτεχνία - Ποιήματα», οι οποίες εκδόθηκαν από την Αστική μη Κερδοσκοπική Εταιρεία «Διοτίμα και Μούσες», με το διήγημα: «Στη χαράδρα» και το παιδικό διήγημα: «Ο Ντόναλντ ξέρει τι κάνει…», και σε μία Ανθολογία Ποίησης – Διηγήματος (Ζ΄ Τόμος: Σύγχρονοι Έλληνες Λογοτέχνες με αφιέρωμα στη Θεσσαλία) που εκδόθηκε από την Πολιτιστική Συνεργασία και περιέχει το διήγημα: «Η θάλασσα που μας ενώνει» και τα ποιήματα: «Ο όρκος» και «Η θλίψη του τοπίου». - Το 2012 συμμετείχε στην έκδοση της Αμφικτυονίας Ελληνισμού για τον Γ΄ Παγκόσμιο Ποιητικό Διαγωνισμό με θέμα: «Αρχαίο Πνεύμα Αθάνατο» και με το ποίημά του: «Η μάνα όλης της ανθρωπότητας· η ελπίδα», στην ανθολογία: «Αλμανάκ, Βραβείων Ανθός 2011, Σειρά: Σύγχρονοι Έλληνες Δημιουργοί» από τις εκδόσεις «Ίανθος» και τον Πολιτιστικό Σύλλογο «Το Καφενείο των Ιδεών», με δύο ποιήματα του με τίτλο: «Οι παραμένοντες» και «Μια συνηθισμένη ιστορία» και στο Λεύκωμα: «Όταν η Ποίηση συναντά… τη ζωγραφική», έκδοση του Δημοτικού Οργανισμού Εκπαίδευσης Δήμου Βόλου, με το ποίημα: «Η Νεράϊδα του Παλαιόκαστρου». - Τον Ιούλιο του 2012 κυκλοφόρησε από τον Εκδοτικό Οίκο «Ήρα Εκδοτική» στο Βόλο το παιδικό μυθιστόρημα του με τίτλο: «Το νησί και το αθάνατο νερό». - Τον Ιανουάριο του 2013 συμμετείχε σε ψηφιακό βιβλίο (e-book) των Εκδόσεων Σαΐτα με θέμα: «Το ταξίδι ενός χαρτονομίσματος», μ’ ένα διήγημα με τίτλο: «Και τα χαρτονομίσματα έχουν ψυχή και καρδιά!». - Τον Μάρτιο του 2013 κυκλοφόρησε από τον Εκδοτικό Οίκο «Ήρα Εκδοτική» στο Βόλο η συλλογή σύντομων πεζογραφημάτων με τίτλο: «Η θάλασσα που μας ενώνει». - Τον Απρίλιο του 2013 κυκλοφόρησε από τον Εκδοτικό Οίκο «Ήρα Εκδοτική» στο Βόλο το εικονογραφημένο παραμύθι με τίτλο: «Μία σημαντική αποστολή». - Τον Ιούνιο του 2013 συμμετείχε στο συλλογικό έργο: «Βιογραφικό Λεξικό Ελλήνων Συγγραφέων» από τις εκδόσεις «Ωρίωνας».



*******************************************************************************




Λάσκαρης Π.Ζαράρης
Βιβιλιογραφία:
<<Παράθυρο στα όνειρα>>




«Το νησί και το αθάνατο νερό».-
«Η θάλασσα που μας ενώνει». -
«Μία σημαντική αποστολή». -



***********************************************************************************
Κριτική παρουσίαση του βιβλίου του Λάσκαρη Π. Ζαράρη «Η θάλασσα που μας ενώνει» από τη φιλόλογο και κριτικό κ. Καίτη Λειβαδά, που δημοσιεύτηκε στο τεύχος 78 του λογοτεχνικού περιοδικού «Νέα Αριάδνη», Απρίλιος – Μάιος – Ιούνιος 2013.

ΖΩΝΤΑΝΗ ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ – ΟΤΑΝ Η ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΕΜΠΝΕΕΤΑΙ
ΑΠΟ ΒΙΩΜΕΝΑ ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ.

ΛΑΣΚΑΡΗ Π. ΖΑΡΑΡΗ:
«Η θάλασσα που μας ενώνει»,
Συλλογή σύντομων πεζογραφημάτων,
Ήρα Εκδοτική, 2013.

Ο Λάσκαρης Π. Ζαράρης εισέβαλε στον λογοτεχνικό χώρο ως ποιητής και πεζογράφος, με την ορμητικότητα της νιότης του και από την πρώτη του εμφάνιση άφησε άριστα δείγματα γραφής και έχει ήδη κατακτήσει πολλές διακρίσεις. Νέος, αφοσιωμένος οικογενειάρχης και ευτυχής πατέρας, υπηρετεί με αίσθηση χρέους και ανθρωπιάς το κοινωνικό λειτούργημά του, και έχει ήδη στο ενεργητικό του μια σειρά βιβλίων ποικίλων, ακόμα και ενός πολύ ωραίου παιδικού, ενώ έχει αναπτύξει και λογοτεχνική δραστηριότητα ευρύτερης αποδοχής στο internet. Ζει στη Νέα Αγχίαλο Βόλου.

Πρόσφατα εξέδωσε τη συλλογή διηγημάτων, με τίτλο: «Η θάλασσα που μας ενώνει». Όταν έχεις γεννηθεί ή αν ζεις στη Μαγνησία, θέλεις δεν θέλεις, κουβαλάς στο DNA σου τους μύθους του Παγασητικού και το κάλεσμα της θάλασσας, του Ιάσονα, την Αργοναυτική Εκστρατεία, την αναχώρηση των Αχαιών από την παραλία του Ευβοϊκού για τον Τρωικό Πόλεμο στα ίχνη της ωραίας Ελένης. Ενώ ήδη το ωραία εικονογραφημένο εξώφυλλο σε προδιαθέτει για να διαβάσεις ιστορίες για ανθρώπους που ξενιτεύτηκαν, για τον ξεριζωμό τους από την πανάρχαια κοιτίδα τους και για τις περιπέτειές τους στη νέα τους πατρίδα.
Το Αιγαίο πάντα στάθηκε η γέφυρα ανάμεσα στην Ελλάδα και την Ιωνία. Για χιλιάδες χρόνια διασχίσθηκε από ελληνικά καράβια μεταφέροντας ανθρώπους, εμπορεύματα και μηνύματα πολέμου και ειρήνης από τη μια την όχθη μέχρι την άλλη. Η αγκαλιά του Παγασητικού δέχθηκε στοργικά τους ξεριζωμένους Μικρασιάτες του 1922 και εδώ, στον Βόλο φώλιασε και στέριωσε η Νέα Ιωνία.

Γράφει ο συγγραφέας στον πρόλογό του: «Αλησμόνητες πατρίδες που αναγεννιούνται στη σκέψη και στην ψυχή των επόμενων γενιών και απλοί άνθρωποι που ξεπέρασαν τα όριά τους, ψυχικά και σωματικά, ώστε ν’ αντέξουν στις καινούργιες δύσκολες συνθήκες που δημιουργούνταν. Ο πόνος και η στάχτη της παλιάς ακμάζουσας ζωής, δεν τους αφήνει να ησυχάσουν. Μέσα από τις περιπέτειές τους ξεχωρίζουν ως ήρωες, που παρόλη τη συνολική τραγωδία υψώνουν τη φωνή τους και το ανάστημά τους, προσφέροντας ιδανικά παραδείγματα στους σύγχρονους για το αξεπέραστο κάλλος τους».

Η γραφή του Λάσκαρη Π. Ζαράρη διακρίνεται για τον λεκτικό της πλούτο και την αμεσότητα και γνησιότητα της φράσης. Έχει απήχηση στην ψυχή και το πνεύμα του αναγνώστη. Οι πράξεις και τα συναισθήματα των ηρώων συγκινούν και οι ανθρώπινοι χαρακτήρες αναδύονται γυμνοί και αληθινοί στο φως.

Όταν κλείσεις το βιβλίο αυτό του Λάσκαρη Ζαράρη, θα μείνουν στη σκέψη σου νωπές οι εντυπώσεις και θα σου γεννηθούν σκέψεις με προεκτάσεις. Συγκρίνεις άθελά σου τους Μικρασιάτες του ξεριζωμού και τον ερχομό τους στην πανάρχαια πατρίδα την Ελλάδα που τους δέχτηκε, με τους Έλληνες μετανάστες της Αυστραλίας, του Καναδά, της Αμερικής, της Γερμανίας, του Βελγίου τις δεκαετίες του ’50 και του ’60. Και όλους αυτούς τους Έλληνες που ρίζωσαν στις νέες τους πατρίδες τους συγκρίνεις με τους σημερινούς μετανάστες της Ασίας και της Αφρικής στην Ελλάδα, τις συνθήκες της ζωής τους στον τόπο μας, που είναι το προγεφύρωμα για την Ευρώπη και που χειμάζεται, αδυνατώντας να ζήσει τα ίδια τα δικά της παιδιά. Και σκέπτεσαι πως άλλο είναι να ρίχνεσαι στη θάλασσα για ένα χρυσόμαλλο δέρας ή «για ένα άδειο πουκάμισο, για μια Ελένη» και άλλο όταν σε ξεριζώνουν από τον τόπο σου και σε αναγκάζουν βίαια και απειλητικά να φύγεις για το άγνωστο.

Ο Διονύσης Λεϊμονής θα μας πει προλογίζοντας το βιβλίο του Ζαράρη: «Ήρωας είναι αυτός που τολμά κι αποτολμά όσα κάθε άλλος αποφεύγει και προσπερνά. Ήρωας είναι αυτός που τραβάει μπροστά συνειδητά όχι τυχαία, συγκρούεται με φαινομενικά αήττητες δυνάμεις, παλεύει, αγωνίζεται, κονταροχτυπιέται και θαλασσοδέρνεται ανεξάρτητα απ’ το αποτέλεσμα του αγώνα του. Ήρωας, τέλος είναι εκείνος που δεν απαιτεί επαίνους, δεν αναζητά επιβράβευση και χειροκροτήματα, αλλά ενεργεί έτσι γιατί δεν μπορεί να συμπεριφερθεί διαφορετικά ακροβατώντας στο μονόσχοινο του χρέους. Τον ηρωισμό επιτάσσει η ίδια του η ψυχή, η ζέση της καρδιάς του, η ανάγκη να επιτελέσει το σωστό ακόμα και με κίνδυνο να απολέσει τη βολική ασφάλεια του αντιήρωα και να βουλιάξει σε απύθμενα πελάγη.
Έτσι ενεργούν οι ήρωες του Λάσκαρη Ζαράρη στα σύντομα πεζογραφήματα που ανθολογούνται σ’ αυτήν τη συλλογή καταγράφοντας τον ψυχισμό των ανθρώπων, που βιώνοντας με αξιοπρέπεια μια δίνη κοινωνικοπολιτικών γεγονότων, καταξιώνουν πρώτα απ’ όλα και πάνω απ’ όλα την ίδια τους την ύπαρξη. Οι ήρωες του Λάσκαρη Ζαράρη νικούν, γιατί επιβάλλονται με τον αγώνα, την προσπάθεια, με τη συνετή συμπεριφορά τους απέναντι σε κάθε αντιξοότητα διατρέχοντας τον κακοτράχαλο δρόμο της ελληνικής ιστορίας. Άντρες ή γυναίκες του παρελθόντος βαδίζουν εκούσια προς το πάθος αποτελώντας καταληκτικά πρότυπα συμπεριφοράς, σκέψης και πράξης. Άντρας ή γυναίκα δεν έχει σημασία, δεν υπάρχει διαφορά, όταν η ψυχή είναι ακμαία, καθαρή κι ατρόμητη. Ο ηρωισμός δεν έχει φύλο, δεν έχει βιολογική ταυτότητα, γιατί ο ηρωισμός είναι επιλογή, είναι πράξη, είναι ενέργεια».

Ο φιλόλογος, δημοσιογράφος και κριτικός Διονύσης Λεϊμονής, ενθουσιασμένος από το βιβλίο του Ζαράρη, το προσεγγίζει από πολλές σκοπιές: την κοινωνιολογική, την ψυχολογική, την ιστορική, τη γεωγραφική και δένει τα συμπεράσματά του σε ένα ενιαίο πόρισμα.

Η Ελλάδα έχει αντιμετωπίσει σκοπέλους και πολύ περισσότερους υφάλους στη μακρόχρονη περιδιάβασή της στις εσχατιές της ιστορίας. Τούτη η θάλασσα, όμως, που πολλές φορές μας απείλησε φουρτουνιασμένη, είναι κι αυτή που μας ενώνει σε μια ατελεύτητη νοητή γραμμή αλησμόνητων πατρίδων. Έτσι το μακρόχρονο οδοιπορικό της ομολογουμένως έχει φωτιστεί κι έχει αναδειχτεί από το φως που άπλετο σκόρπισαν μέσα στα σκοτάδια της συμφοράς της οι δυναμικές προσωπικότητες των ηρώων της. Από την αρχαιότητα ως τη σύγχρονη εποχή η χώρα μας μετεωρίζεται σε ένα σύμπαν αχανές και σκοτεινό στο οποίο καλείται να υπάρξει, να μη χαθεί, να πλανιέται διερχόμενη με μαεστρία μέσα από τα δεινά και τους κινδύνους που αναφύονται ανά τακτά χρονικά διαστήματα. Έχει αντιμετωπίσει απειλές από πολυεθνικούς δυνάστες που πολύ την πόθησαν και βαριά τη λάβωσαν.

Ο ήρωας, όμως είναι εκείνος που αδράχνοντας το δοιάκι στα σθεναρά του χέρια, οδήγησε με ασφάλεια το πλεούμενο σε απάνεμα λιμάνια προς έκπληξη των αρνητών τούτης της πολύπαθης χώρας. Μα κι αν ακόμα κάποιες φορές ο αγώνας των ηρώων δε στέφθηκε από επιτυχία, οι ήρωες έχουν επιτελέσει το χρέος τους ως άνθρωποι και πολίτες κι η νίκη τους αδιαμφισβήτητη αρκεί για να αισθανθούν την επιβράβευση, αφού μπόρεσαν να παραμείνουν μαχητικοί, δεν διανοήθηκαν να οπισθοβατήσουν, δε λύγισαν, δεν κάμφθηκαν ούτε περιήλθαν από φόβο και φτηνό υπολογισμό στην οδυνηρή θέση του οκνηρού αντιήρωα. Άλλωστε το σκαρί μας δε χάθηκε ποτέ αύτανδρο, αρμενίζει χρόνους και χρόνους, κι όπως ισχυρίζεται κι ο συγγραφέας Λάσκαρης Ζαράρης, η θάλασσα που μας ταξιδεύει και μας κλυδωνίζει μέσα στο πέρασμα του χρόνου είναι κι αυτή που πιστοποιεί πως είμαστε ένας λαός δοκιμαζόμενων ηρώων με σθένος, ψυχή και δυναμισμό. Έτσι οι ήρωες, καλοί κι έμπειροι καπεταναίοι, αναδεικνύονται πρότυπα συμπεριφοράς και πράξης σε μια κοινωνία κι εποχή εύκολου χρηματισμού, ηττοπάθειας και εγκληματικών αναδιπλώσεων προς τα ταπεινότερα και τα αχρειότερα. «Η θάλασσα που μας ενώνει», κι οι τρικυμίες, οι δοκιμασίες κι οι κλυδωνισμοί που έχουμε βιώσει ατσάλωσαν την ψυχή μας, θέριεψαν τη θέληση για πάλεμα ενάντια στους βραχύβιους ενδοιασμούς, φόβους και πειρασμούς μας, ώστε οι ήρωες να πληθαίνουν μέσα στον χρόνο κι η Ελλάδα να επιβιώνει ακόμα κι αν πολλές φορές κινδύνεψε από αναταράξεις και κοινωνικοπολιτικές θεομηνίες».

Δεν έχω παρά να προσυπογράψω τα γραφόμενα από τον συνάδελφο Διονύση Λεϊμονή και να ευχαριστήσω και να συγχαρώ τον Λάσκαρη Π. Ζαράρη για το θαυμάσιο πόνημά του με τις τόσες αρετές.

ΚΑΙΤΗ ΛΕΙΒΑΔΑ
Κριτική παρουσίαση του βιβλίου του Λάσκαρη Π. Ζαράρη «Η θάλασσα που μας ενώνει» από τη φιλόλογο και κριτικό κ. Καίτη Λειβαδά, που δημοσιεύτηκε στο τεύχος 78 του λογοτεχνικού περιοδικού «Νέα Αριάδνη», Απρίλιος – Μάιος – Ιούνιος 2013.


ΖΩΝΤΑΝΗ ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ – ΟΤΑΝ Η ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΕΜΠΝΕΕΤΑΙ
ΑΠΟ ΒΙΩΜΕΝΑ ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ.

ΛΑΣΚΑΡΗ Π. ΖΑΡΑΡΗ:
«Η θάλασσα που μας ενώνει»,
Συλλογή σύντομων πεζογραφημάτων,
Ήρα Εκδοτική, 2013.

Ο Λάσκαρης Π. Ζαράρης εισέβαλε στον λογοτεχνικό χώρο ως ποιητής και πεζογράφος, με την ορμητικότητα της νιότης του και από την πρώτη του εμφάνιση άφησε άριστα δείγματα γραφής και έχει ήδη κατακτήσει πολλές διακρίσεις. Νέος, αφοσιωμένος οικογενειάρχης και ευτυχής πατέρας, υπηρετεί με αίσθηση χρέους και ανθρωπιάς το κοινωνικό λειτούργημά του, και έχει ήδη στο ενεργητικό του μια σειρά βιβλίων ποικίλων, ακόμα και ενός πολύ ωραίου παιδικού, ενώ έχει αναπτύξει και λογοτεχνική δραστηριότητα ευρύτερης αποδοχής στο internet. Ζει στη Νέα Αγχίαλο Βόλου.
 
Πρόσφατα εξέδωσε τη συλλογή διηγημάτων, με τίτλο: «Η θάλασσα που μας ενώνει». Όταν έχεις γεννηθεί ή αν ζεις στη Μαγνησία, θέλεις δεν θέλεις, κουβαλάς στο DNA σου τους μύθους του Παγασητικού και το κάλεσμα της θάλασσας, του Ιάσονα, την Αργοναυτική Εκστρατεία, την αναχώρηση των Αχαιών από την παραλία του Ευβοϊκού για τον Τρωικό Πόλεμο στα ίχνη της ωραίας Ελένης. Ενώ ήδη το ωραία εικονογραφημένο εξώφυλλο σε προδιαθέτει για να διαβάσεις ιστορίες για ανθρώπους που ξενιτεύτηκαν, για τον ξεριζωμό τους από την πανάρχαια κοιτίδα τους και για τις περιπέτειές τους στη νέα τους πατρίδα.
Το Αιγαίο πάντα στάθηκε η γέφυρα ανάμεσα στην Ελλάδα και την Ιωνία. Για χιλιάδες χρόνια διασχίσθηκε από ελληνικά καράβια μεταφέροντας ανθρώπους, εμπορεύματα και μηνύματα πολέμου και ειρήνης από τη μια την όχθη μέχρι την άλλη. Η αγκαλιά του Παγασητικού δέχθηκε στοργικά τους ξεριζωμένους Μικρασιάτες του 1922 και εδώ, στον Βόλο φώλιασε και στέριωσε η Νέα Ιωνία.
 
Γράφει ο συγγραφέας στον πρόλογό του: «Αλησμόνητες πατρίδες που αναγεννιούνται στη σκέψη και στην ψυχή των επόμενων γενιών και απλοί άνθρωποι που ξεπέρασαν τα όριά τους, ψυχικά και σωματικά, ώστε ν’ αντέξουν στις καινούργιες δύσκολες συνθήκες που δημιουργούνταν. Ο πόνος και η στάχτη της παλιάς ακμάζουσας ζωής, δεν τους αφήνει να ησυχάσουν. Μέσα από τις περιπέτειές τους ξεχωρίζουν ως ήρωες, που παρόλη τη συνολική τραγωδία υψώνουν τη φωνή τους και το ανάστημά τους, προσφέροντας ιδανικά παραδείγματα στους σύγχρονους για το αξεπέραστο κάλλος τους».

Η γραφή του Λάσκαρη Π. Ζαράρη διακρίνεται για τον λεκτικό της πλούτο και την αμεσότητα και γνησιότητα της φράσης. Έχει απήχηση στην ψυχή και το πνεύμα του αναγνώστη. Οι πράξεις και τα συναισθήματα των ηρώων συγκινούν και οι ανθρώπινοι χαρακτήρες αναδύονται γυμνοί και αληθινοί στο φως.

Όταν κλείσεις το βιβλίο αυτό του Λάσκαρη Ζαράρη, θα μείνουν στη σκέψη σου νωπές οι εντυπώσεις και θα σου γεννηθούν σκέψεις με προεκτάσεις. Συγκρίνεις άθελά σου τους Μικρασιάτες του ξεριζωμού και τον ερχομό τους στην πανάρχαια πατρίδα την Ελλάδα που τους δέχτηκε, με τους Έλληνες μετανάστες της Αυστραλίας, του Καναδά, της Αμερικής, της Γερμανίας, του Βελγίου τις δεκαετίες του ’50 και του ’60. Και όλους αυτούς τους Έλληνες που ρίζωσαν στις νέες τους πατρίδες τους συγκρίνεις με τους σημερινούς μετανάστες της Ασίας και της Αφρικής στην Ελλάδα, τις συνθήκες της ζωής τους στον τόπο μας, που είναι το προγεφύρωμα για την Ευρώπη και που χειμάζεται, αδυνατώντας να ζήσει τα ίδια τα δικά της παιδιά. Και σκέπτεσαι πως άλλο είναι να ρίχνεσαι στη θάλασσα για ένα χρυσόμαλλο δέρας ή «για ένα άδειο πουκάμισο, για μια Ελένη» και άλλο όταν σε ξεριζώνουν από τον τόπο σου και σε αναγκάζουν βίαια και απειλητικά να φύγεις για το άγνωστο.

Ο Διονύσης Λεϊμονής θα μας πει προλογίζοντας το βιβλίο του Ζαράρη: «Ήρωας είναι αυτός που τολμά κι αποτολμά όσα κάθε άλλος αποφεύγει και προσπερνά. Ήρωας είναι αυτός που τραβάει μπροστά συνειδητά όχι τυχαία, συγκρούεται με φαινομενικά αήττητες δυνάμεις, παλεύει, αγωνίζεται, κονταροχτυπιέται και θαλασσοδέρνεται ανεξάρτητα απ’ το αποτέλεσμα του αγώνα του. Ήρωας, τέλος είναι εκείνος που δεν απαιτεί επαίνους, δεν αναζητά επιβράβευση και χειροκροτήματα, αλλά ενεργεί έτσι γιατί δεν μπορεί να συμπεριφερθεί διαφορετικά ακροβατώντας στο μονόσχοινο του χρέους. Τον ηρωισμό επιτάσσει η ίδια του η ψυχή, η ζέση της καρδιάς του, η ανάγκη να επιτελέσει το σωστό  ακόμα και με κίνδυνο να απολέσει τη βολική ασφάλεια του αντιήρωα και να βουλιάξει σε απύθμενα πελάγη.
Έτσι ενεργούν οι ήρωες του Λάσκαρη Ζαράρη στα σύντομα πεζογραφήματα που ανθολογούνται σ’ αυτήν τη συλλογή καταγράφοντας τον ψυχισμό των ανθρώπων, που βιώνοντας με αξιοπρέπεια μια δίνη κοινωνικοπολιτικών γεγονότων, καταξιώνουν πρώτα απ’ όλα και πάνω απ’ όλα την ίδια τους την ύπαρξη. Οι ήρωες του Λάσκαρη Ζαράρη νικούν, γιατί επιβάλλονται με τον αγώνα, την προσπάθεια, με τη συνετή συμπεριφορά τους απέναντι σε κάθε αντιξοότητα διατρέχοντας τον κακοτράχαλο δρόμο της ελληνικής ιστορίας. Άντρες ή γυναίκες του παρελθόντος βαδίζουν εκούσια προς το πάθος αποτελώντας καταληκτικά πρότυπα συμπεριφοράς, σκέψης και πράξης. Άντρας ή γυναίκα δεν έχει σημασία, δεν υπάρχει διαφορά, όταν η ψυχή είναι ακμαία, καθαρή κι ατρόμητη. Ο ηρωισμός δεν έχει φύλο, δεν έχει βιολογική ταυτότητα, γιατί ο ηρωισμός είναι επιλογή, είναι πράξη, είναι ενέργεια». 

Ο φιλόλογος, δημοσιογράφος και κριτικός Διονύσης Λεϊμονής, ενθουσιασμένος από το βιβλίο του Ζαράρη, το προσεγγίζει από πολλές σκοπιές: την κοινωνιολογική, την ψυχολογική, την ιστορική, τη γεωγραφική και δένει τα συμπεράσματά του σε ένα ενιαίο πόρισμα.

Η Ελλάδα έχει αντιμετωπίσει σκοπέλους και πολύ περισσότερους υφάλους στη μακρόχρονη περιδιάβασή της στις εσχατιές της ιστορίας. Τούτη η θάλασσα, όμως, που πολλές φορές μας απείλησε φουρτουνιασμένη, είναι κι αυτή που μας ενώνει σε μια ατελεύτητη νοητή γραμμή αλησμόνητων πατρίδων. Έτσι το μακρόχρονο οδοιπορικό της ομολογουμένως  έχει φωτιστεί κι έχει αναδειχτεί από το φως που άπλετο σκόρπισαν μέσα στα σκοτάδια της συμφοράς της οι δυναμικές προσωπικότητες των ηρώων της. Από την αρχαιότητα ως τη σύγχρονη εποχή η χώρα μας μετεωρίζεται σε ένα σύμπαν αχανές και σκοτεινό στο οποίο καλείται να υπάρξει, να μη χαθεί, να πλανιέται διερχόμενη με μαεστρία μέσα από τα δεινά και τους κινδύνους που αναφύονται ανά τακτά χρονικά διαστήματα. Έχει αντιμετωπίσει απειλές από πολυεθνικούς δυνάστες που πολύ την πόθησαν και βαριά τη λάβωσαν.

Ο ήρωας, όμως είναι εκείνος που αδράχνοντας το δοιάκι στα σθεναρά του χέρια, οδήγησε με ασφάλεια το πλεούμενο σε απάνεμα λιμάνια  προς έκπληξη των αρνητών τούτης της πολύπαθης χώρας. Μα κι αν ακόμα κάποιες φορές ο αγώνας των ηρώων δε στέφθηκε από επιτυχία, οι ήρωες έχουν επιτελέσει το χρέος τους ως άνθρωποι και πολίτες κι η νίκη τους αδιαμφισβήτητη αρκεί για να αισθανθούν την επιβράβευση, αφού μπόρεσαν να παραμείνουν μαχητικοί, δεν διανοήθηκαν να οπισθοβατήσουν, δε λύγισαν, δεν κάμφθηκαν ούτε περιήλθαν από φόβο και φτηνό υπολογισμό στην οδυνηρή θέση του οκνηρού αντιήρωα. Άλλωστε το σκαρί μας δε χάθηκε ποτέ αύτανδρο, αρμενίζει χρόνους και χρόνους, κι όπως ισχυρίζεται κι ο συγγραφέας Λάσκαρης Ζαράρης, η θάλασσα που μας ταξιδεύει και μας κλυδωνίζει μέσα στο πέρασμα του χρόνου είναι κι αυτή που πιστοποιεί πως είμαστε ένας λαός δοκιμαζόμενων ηρώων με σθένος, ψυχή και δυναμισμό. Έτσι οι ήρωες, καλοί κι έμπειροι καπεταναίοι, αναδεικνύονται πρότυπα συμπεριφοράς και πράξης σε μια κοινωνία κι εποχή εύκολου χρηματισμού, ηττοπάθειας και εγκληματικών αναδιπλώσεων προς τα ταπεινότερα και τα αχρειότερα. «Η θάλασσα που μας ενώνει», κι οι τρικυμίες, οι δοκιμασίες κι οι κλυδωνισμοί που έχουμε βιώσει ατσάλωσαν την ψυχή μας, θέριεψαν τη θέληση για πάλεμα ενάντια στους βραχύβιους ενδοιασμούς, φόβους και πειρασμούς μας, ώστε οι ήρωες να πληθαίνουν μέσα στον χρόνο κι η Ελλάδα να επιβιώνει ακόμα κι αν πολλές φορές κινδύνεψε από αναταράξεις και κοινωνικοπολιτικές θεομηνίες».

Δεν έχω παρά να προσυπογράψω τα γραφόμενα από τον συνάδελφο Διονύση Λεϊμονή και να ευχαριστήσω και να συγχαρώ τον Λάσκαρη Π. Ζαράρη για το θαυμάσιο πόνημά του με τις τόσες αρετές.


ΚΑΙΤΗ ΛΕΙΒΑΔΑ

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

~Ένα ποίημα του Γιάννη Παρασκευόπουλου~

ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ

~Αναζήτηση~ 

 Εξαϋλώθηκαν τα συναισθήματα
 λες και δεν υπήρξαν ποτέ.

 Πέτρωσε η καρδιά
 παρά την θέρμης.

Βούρκωσε η σκέψη
 στο βάλτο της λησμονιάς. 

 Σε μια πικραμένη ανατολή
 έδυσε το φεγγάρι σου.

 Και συ μόνη περιπλανιέσαι
στα πέρατα του απείρου
 ψάχνοντας άλλα σύμπαντα.

 Παρασκευόπουλος Γιάννης 







~Σιωπηλός άγγελος~

Γράφουν οι:Μαριάνθη Παπάδη &' Μαριάνθη Πλειώνη
Το έντονο κορνάρισμα από το μπλε Golf, που κινούνταν σαν αστραπή στη Λεωφόρο Κηφισίας έκανε τους οδηγούς να κοιτάνε με απορία τους επιβάτες του, μόλις αυτό βρισκόταν πίσω, πλάι, μπροστά τους. Στο κάθισμα του οδηγού ο Ιάσονας κάθιδρος προσπαθούσε να περάσει, όσο πιο γρήγορα μπορούσε ανάμεσα από τα υπόλοιπα οχήματα, που ανέβαιναν κι αυτά προς τα πάνω. Δίπλα του σωριασμένη με ζωγραφισμένη την αγωνία στο αναψοκοκκινισμένο της πρόσωπο η ετοιμόγεννη Πηγή δάγκωνε τα χείλη της από τις σουβλιές που τρύπαγαν τα σωθικά της οι μικροί κοφτοί πόνοι. Λίγο πριν είχε ανακοινώσει με κλαούρικο* βλέμμα στο σύζυγό της, «πως τα νερά έσπασαν», όπως συνηθίζεται να λένε οι γυναίκες, μόλις φτάσει η μαγική εκείνη ώρα της γέννησης. Κάποιες ώρες αργότερα οι δυο τους παρέα με τα παππούδια, τις γιαγιάδες, αδέλφια και το υπόλοιπο σόι, η ελληνική υποδοχή των βρεφών σε όλο της το μεγαλείο, κοίταζαν με λατρεία το άγνωστο μέχρι τότε πλασματάκι τους. Έν…

ΟΙ ΑΡΕΤΕΣ του Χριστόφορου Τριάντη

Στο τραπέζι του δασκάλου, υπήρχαν σύκα και δροσερό νερό. Καθόταν κάτω από τον πλάτανο της σχολής. Ένας νέος ήρθε να τον δει.Τον πλησίασε. «Ήρθα να γραφώ στη σχολή.Μόνο κοντά σας,θα βρω την αλήθεια». «Ποια  αλήθεια;» «Πώς θα γίνω άριστος!» «Άκου νέε,για να το επιτύχεις αυτό, πρέπει να ακολουθείς σε όλη τη ζωή,κάποιες αρετές.Πρώτα να ‘σαι γενναιόδωρος,  έτσι θα κερδίζεις ανθρώπους.Μετά είναι η ειλικρίνεια,να μη λες ψέματα,στους άλλους και τον εαυτό σου.Ακόμα, χρειάζεται να καλλιεργείς  την εξυπνάδα σου , για ν’ αγαπήσεις και να αγαπηθείς. Υπάρχει και η αρετή της ευσπλαχνίας , αν την “εξασκείς” οι φτωχοί θα σ’ αγαπούν πραγματικά. Τέλος,  ο σεβασμός, αν σέβεσαι τους ανθρώπους  και τον Θεό,  θα γίνεις σοφός».